Ο ΙΑΤΡΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ Ο ΚΙΤΙΕΥΣ (1ος π.Χ. αιώνας)

ΚΑΙ ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΑΤΡΙΚΟΙ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ

 

Στην Αρχαία Ελλάδα, από τον 5ο π.Χ. αιώνα τουλάχιστον και εξής, η επιστήμη του Αθλητισμού και της Γύμνασης ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την επιστήμη της Ιατρικής. Η Θέση της, μας δίδεται πολύ σωστά από το μεγάλο φιλόσοφο της αρχαιότητας Αριστοτέλη.

 

«Ιlερί δε το σώμα τέχναι και φρονήσεις εισίν Ιατρική τε και γυνμναστική ταυτας γαρ ημείς επιστήμας τίθεμεν»[1].

 

Στα συγγράμματά τους οι σπουδαίοι Γιατροί της αρχαιότητας αναφέρονται μέσα από τα έργα τους και στην επίδραση της γύμνασης στο ανθρώπινο σώμα, μπαίνοντας και σε θέματα καθαρά προπονητικής των αθλημάτων. Αλλά και πολλοί σοφοί ή φιλόσοφοι θα ασχοληθούν με το θέμα αυτό.

plato.jpg (92213 bytes)Ο Πλάτων μας πληροφορεί ότι οι Γυμναστές έχουν παραπλήσιες γνώσεις με τους Γιατρούς. «Τα των ζώων, όσα εντός σωμάτων υπό γυμναστικής ιατρικής τε ορθώς καθαίρεται»[2].

Χρονικά, αυτό, ο Πλάτων το τοποθετεί μεταξύ 5ου και 4ου  π.Χ. αιώνα, αφού αναφέρει ότι: «Ηροδικος δε παιδοτρίβην ων... μίξας Γυμναστικήν Ιατρική πρώτον μεν και μάλιστα εαυτον έπειτ' άλλους ύστερον πολλούς»[3].

 Και αλλού: «Ενίους δε τινάς ήσθημαι και γυμναστικής οιόν Ικκος τε ο Ταραντίνος και νυν έτι ων ουδενός ήττων σοφιστής Ηρόδικος ο Συλημβριανός»[4].

 

Σύμφωνα με τον Πλάτωνα ο Ηρόδικος ο Συλημβριανός ήταν ο ιδρυτής τρόπον τινά της Γυμναστικής Ιατρικής (μέσα 5ον αιώνα)[5].

 

Αξιοσημείωτο είναι το ότι τα ιατρικά συγγράμματα ονομάζονταν παιδοτριβικά[6] και αντιθέτως. Τούτο συνεχίζεται μέχρι και τον 2ο μ.Χ. αιώνα, οπότε ο Φιλόστρατος μας αναφέρει ότι: «Τι πρέπει λοιπόν να πιστεύει κανείς για τη Γυμναστική. Τι άλλο παρά να τη θεωρεί επιστήμη που είναι σύνθεση Ιατρικής και παιδοτριβικής, τελειότερη μεν της παιδοτριβικής, μέρος δε της Ιατρικής».[7] Εξάλλου σύμφωνα με τον Γαληνό (Β-Γ αιώνα μ.Χ.) οι πραγματικοί Γυμναστές είναι αυτοί που έχουν γνώσεις Ιατρικής και Υγιεινής[8].

 

Μας εξηγεί στη συνέχεια ο Φιλόστρατος σε τι υπερέχει ο Γυμναστής του παιδοτρίβη, του εμπειρικού δηλαδή Γυμναστή και εξηγεί επίσης τη σχέση Γυμναστή-Γιατρού. Φέρνει προς τούτο για παράδειγμα το ότι διάφορα νοσήματα, όπως κρυολογήματα, υδρωπικία, φθίση και επιληψία, η γυμναστική τα ανακόπτει με κατάλληλη δίαιτα και τρίψεις, ενώ αντίθετα εάν κοπεί κάποιος, υποστεί κάταγμα ή τραύμα, ή ασθένειες των οφθαλμών, ή εξαρθρωθεί ένα μέλος («ρίξαντα τήδε ή τρωθέντα») είναι υπεύθυνος ο γιατρός.

«Εάν όμως πάθει κάποια θλάση ή τραύμα η ασθένεια των οφθαλμών ή αν εξαρθρωθεί ένα μέλος του, στους γιατρούς πρέπει να τον πάρουμε, γιατί η γυμναστική δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα σ΄αυτά (τα νοσήματα)»[9].

 Η Γυμναστική εξάλλου είχε και θεραπευτικό χαρακτήρα. Έτσι παρατηρούμε ότι οι αρχαίοι έκτιζαν παλαίστρες και γυμνάσια για θεραπευτική εκγύμναση των ασθενών (βλ. Τη. Καββαδία «Το ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω»), όπως πχ οι αθλητικοί χώροι στην Επίδαυρο. Παράλληλα, όπως μας πληροφορεί ο Πλάτων[10], οι δημοσιεύοντες γιατροί αναλάμβαναν την παρακολούθηση των αγωνιζομένων στα Γυμναστήρια.

Φαίνεται όμως ότι κατά τον 1ο π.Χ. αιώνα τούτο δεν εφαρμοζόταν σωστά ή είχε ατονήσει. Από το έργο του Απολλώνιου, γιατρού από το Κίτιον της Κύπρου, αντλούμε σημαντικές πληροφορίες για το θέμα αυτό.

,,,,,,,,,,,,

 

Ο Απολλώνιος μετά από εντολή[11] και για χάρη του βασιλιά Πτολεμαίου συνέγραψε την «περί άρθρων γραμματείαν» βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Ιπποκράτη, με στόχο την πιο ορθή αντιμετώπιση των εξαρθρωμάτων που παρατηρούνται στην καθημερινή ζωή αλλά κυρίως στις παλαίστρες και τους αθλητικούς χώρους.

 

Το σύγγραμμα του Απολλώνιου έχει αξιολογηθεί μόνο φιλολογικά και σε σχέση με την ιστορία της Ιατρικής[12]. Η αθλητιατρική του πλευρά δεν έχει απασχολήσει ως τώρα απ’ όσο γνωρίζω την έρευνα.

 

Από τις ενδείξεις του κειμένου, οδηγείται ο ερευνητής στο συμπέρασμα[13] ότι ο βασιλιάς κατοικούσε στον τόπο όπου ο Απολλώνιος εργαζόταν και όπου επεξεργάστηκε και το κείμενο του δηλαδή στην Κύπρο. Πρόκειται για τον αδελφό του Πτολεμαίου του Αυλητού, βασιλιά της Αιγύπτου, που βασίλεψε στην Κύπρο από το 81-58π.Χ. Από το στοιχείο αυτό και από μερικά αποσπάσματα από το έργο του Ερωτιανού (1ου αι.πΧ.) αλλά και άλλων συγγραφέων[14], είναι φανερό ότι ο Απολλώνιος ο Κιτιεύς έζησε τον 1ο π.Χ. αιώνα. Εκείνο που ώθησε τον Πτολεμαίο να ζητήσει τη μελέτη αυτή από το συγκεκριμένο ιατρό ήταν η πείρα και η φήμη του Απολλώνιου. Είναι εξάλλου γνωστό ότι ο Απολλώνιος είχε πολύ μελετήσει τον Ιπποκράτη, είχε μαθητεύσει στον Ζώπυρο (διάσημο γιατρό) στην Αλεξάνδρεια και είχε συγγράψει αρκετά ιατρικά συγγράμματα. Περί των συγγραμμάτων αυτών μας πληροφορούν ο Ερωτιανός, Στράβων και Κάιλιος Αυρυλιανός[15]. Το «Περί άρθρων» βρέθηκε μέσα στη χειρουργική συλλογή του Βυζαντινού γιατρού Νικήτα (Κωνσταντινούπολη 1123 μ.Χ.) μαζί με έργα του Ιπποκράτη, Γαληνού, Ορειβάσιου κ.α. Είναι γνωστό εξάλλου και το Φλωρεντιανό χειρόγραφο που βρέθηκε στην Κρήτη το 1492[16]. Στο συγκεκριμένο βιβλίο, στο πρώτο μέρος ο Απολλώνιος διευκρινίζει τι ήταν εκείνο που ώθησε τον Πτολεμαίο να ζητήσει το σύγγραμμα ειδικά από τον Απολλώνιο.

 

«Επεί γαρ ένιοι δι’ απείριαν τινών ηχρειώθησαν, οι δε και προς πολλών χρείας, εύθετοι καθεστώτες ενεποδίσθησαν τω όκνω εαυτών διερευνηνευσαί σοι...»[17].

 

«Επειδή( δηλαδή) μερικοί από την απειρίαν κάποιων έμειναν ανάπηροι, κι άλλοι, που κατέστησαν ικανοί, εμποδίστηκαν από την κούραση να σου τα διερνηνεύσουν...».

 

Και στη συνέχεια: «Της τε κατά παλαίστραν γινόμενην αρθεμβολήσεως δημοδώς πρασσόμενης ...»[18]. Δηλαδή, «Και η ανάταξη του οστού που γινόταν στην παλαίστρα διενεργούνταν με λαϊκό τρόπο...»

 

Για τους λόγους αυτούς και με βάση τα γραπτά του Ιπποκράτη, την πείρα του, και από άλλους γιατρούς δανειζόμενος ή διορθώνοντας, παραθέτει 30 ιπποκρατικές μεθόδους ανάταξης με όργανα και με τα χέρια του γιατρού σε τρία βιβλία ή κεφάλαια. Στις μεθόδους αυτές περιλαμβάνονται ανατάξεις όλων των αρθρώσεων του σώματος συνοδευόμενες με εικόνες για να γίνουν πιο κατανοητές από τον Β. Πτολεμαίο.

 

Τα ιχνογραφήματα αυτά θωρούνται από κάποιους Βυζαντινά[19]. Επειδή όμως σύμφωνα με τα δεδομένα, τέτοιου τύπου εικόνες βρίσκονται σε χρήση στις φυσικές επιστήμες από τα μέσα του 1ου π.Χ. αιώνα[20], και αφού ο ίδιος ο Απολλώνιος αναφέρει σε κάποια σημεία «όπως φαίνεται στην εικόνα» οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι συνόδευαν οπωσδήποτε το αρχικό χειρόγραφο. Σε αντιγραφές όμως του χειρογράφου που γίνονται τη Βυζαντινή περίοδο, οι εικόνες αποδίδονται με την τεχνοτροπία της εποχής, η οποία τρόπον τινά απηχεί και τη φιλοσοφία τους για το ανθρώπινο σώμα. Το καλλίγραμμο του σώματος και τις αρμονικές αναλογίες του στην ελληνιστική τεχνοτροπία που επιβιώνει πράγματι σε κάποιες από τις εικόνες της «περί άρθρων πραγματείας», ακολουθεί μια πλαδαρότητα στη Βυζαντινή τέχνη από τον 4ο μ.Χ. αι και εξής, αφού τόσο ο αθλητισμός όσο και το γυμνό αρχίζουν να μπαίνουν κάπου στο περιθώριο. Αυτού του είδους την τέχνη τη βλέπουμε σε κάποιες άλλες εικόνες της «περί άρθρων πραγματείας.» στο πρώτο βιβλίο ο Απολλώνιος επεξηγεί 9 μεθόδους ανάταξης του εξαρθρωμένου ώμου συνοδευόμενες με 9 εικόνες (αφορά τα τρία είδη εξαρθρήματος).

 

Στο δεύτερο, πραγματεύεται τις μεθόδους ανάταξης του εξαρθρωμένου αγκώνα, του καρπού, της γνάθου και των σπονδύλων με 10 εικόνες.

 

Και στο τρίτο βλέπουμε 11 μεθόδους ανάταξης του μηρού, γόνατος και σφυρού με τις αντίστοιχες εικόνες.

 

Δεν μπορούμε να έχουμε καμιά αμφιβολία για ότι το σύγγραμμα ζητήθηκε για τις παλαίστρες, όπως μπορεί κανείς εύκολα να διαπιστώσει από τις σχετικές σκόρπιες φράσεις σο κείμενο.

 

Όπως είναι επίσης δύσκολο να αμφισβητηθεί ότι ο Απολλώνιος πέρα από την Ιατρική του κατάρτιση, ήταν γνώστης και της Γυμναστικής τέχνης. Δεν είναι τυχαίο που χρησιμοποιεί Αθλητική ορολογία: «Καθάπερ μοι ενΠαλαιστρική το περισφάλλειν» ως προσομοίωση για να εξηγήσει κάποια ανάταξη[21] («όπως και στα σχετικά με την πάλη, το τέχνασμα του περισφάλλειν»). Το «περισφάλλειν» είναι σπάνιος όρος στην Αρχαία Προπονητική και η χρήση του δείχνει άτομο με υψηλή μόρφωση επί του θέματος. Η άποψη του Απολλώνιου είναι ότι όσοι συχνάζουν στις παλαίστρες (και μεταξύ αυτών συγκαταλέγει και τον Βασιλέα Πτολεμαίο), θα έπρεπε να γνωρίζουν τις μεθόδους ανάταξης τουλάχιστον του ώμου και των θωρακικών σπονδύλων. Γράφει: «Τουτ’ έστιν όσα ποτέ περί ώμου καταρτισμού παρ’ Ιπποκράτη διασαφείται δυνάμενα ραδίως και υπό των κατά το πλείστον εν παλαίστρα διατριβόνταν κρατηθήναι αναγκαίον ουν και σοι προς τα συμβαίνοντα γιγνώσκεσθαι». «Αυτά είναι όσα γενικά διασαφηνίζει ο Ιπποκράτης σχετικά με την ανάταξη του ώμου και τα οποία μπορούν να συγκρατήσουν όσοι συχνάζουν στην παλαίστρα. Είναι ανάγκη λοιπόν και σε σένα να είναι γνωστά όσα συμβαίνουν.»[22]

 

Από την αναφορά αυτή του Απολλώνιου οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι ο Πτολεμαίος ο Αυλητής ήταν λάτρης της άθλησης και ότι αφιέρωνε αρκετό από το χρόνο για άσκηση στις παλαίστρες.

 Όσον αφορά τα προβλήματα στους θωρακικούς σπονδύλους, εκτός από την «κατάσειση» προτείνει να πατήσει κάποιος επάνω, να καβαλικέψει αλλά και να ταρακουνήσει (μετρίως επισήσαι) τον παθόντα. «Τοιούτον δε ποιήσαι μετρίως επιτήδειος αν τις είη τον αμφί παλαίστρη εθισμένων.»

«Ένα τέτοιου είδους πράγμα θα μπορούσε να το κάνει καλά κάποιος που είναι κατάλληλος, απ’ αυτούς που συχνάζουν στην παλαίστρα».[23]

Προτείνει δε τις πιο ασφαλείς ανατάξεις για λόγους πιο γρήγορης επανένταξης τους αθλητή στον αγωνιστικό χώρο.

«Δει δε τον καταρτισμόν ούτως ποιείσθαι παλαιστρικώτερον όντα»[24].

 

Δηλαδή, «Έτσι πρέπει να γίνεται η ανάταξη με τη μέθοδο αυτή, γιατί είναι πιο εύχρηστη στις παλαίστρες» (και σε πιο ελεύθερη ερμηνεία), γιατί καθιστά τον άνθρωπο πιο ικανό στην παλαίστρα».

 

Και λίγο πιο κάτω γράφει:

«Αυταί αι εμβολαίαι πάσαι κατά παλαίστρην εύχρηστοι εισιν...

Ου γαρ μόνο εάν τι τοιούτον εν ταις κατά παλαίστραν γυμνασίοις συμβή... αλλά και εάν εν άλλοις τόποις...»[25].

 

Δηλαδή, «αυτές οι ανατάξεις είναι όλες εύχρηστες για την παλαίστρα ... αλλά όχι μόνο αν συμβεί κάτι τέτοιο στις παλαίστρες ... αλλά και σ’ άλλους τόπους ....».

 

Θα πρέπει όμως να αναφερθεί εδώ ότι κατάτον 1ο π.Χ. αιώνα η κλασσική άθληση διένυε περίοδο παρακμής, ενώ παράλληλα οι ρωμαϊκές συνήθειες και ο συρμός έχουν ήδη πλησιάσει την Κυπριακή κοινωνία. Με αυτά τα δεδομένα θα πρέπει να υποθέσουμε ότι παρατηρείται μια «άνθιση» σκληρών αθλημάτων, όπως η πάλη, η πυγμή, το παγκράτιο, που αργότερα κατά τη διάρκεια της Ρωμαϊκής κατοχής και των πρωτοχριστιανικών χρόνων, ακολουθώντας ρωμαϊκή κακοτεχνία στην άθληση, θα εξελιχθούν σε αγωνίσματα αίματος στην αρένα. Η ακμή λοιπόν αυτών των σκληρών αθλημάτων ήταν επόμενο ότι θα έφερνε αύξηση των αθλητικών κακώσεων στους παλαιστές και στους παγκρατιαστές. Συνεπώς τα εξαρθρήματα για τα οποία ζητά τη «γνώση» ο Πτολεμαίος δημιουργούνταν κυρίως από την πάλη, την πυγμή και το παγκράτιο (=ατελής πυγμή και πάλη). Στη συνέχεια του έργου του ο Απολλώνιος θέλοντας να δείξει ότι οι μέθοδοι του δεν θα πρέπει να θεωρηθούν θαυματουργοί, παραδέχεται ή διευκρινίζει ότι «σε όσους κυφούται η ράχη από πτώση ψηλά, λίγη δύναμη έχουν οι μέθοδοι αυτές για να οδηγήσουν σε αποκατάσταση.» «Όσοι δε, εκ καταπτώσιος ράχις κυφούται, ολίγα δη τούτων εκρατήθη ώστε εξυθυνθήναι»[26].

Ίσως αναφέρεται σε πτώση μετά από παλαιστικό τέχνασμα ή μετά από άλμα με κοντάρι και σε πρόκληση συμπιεστικού κατάγματος σπονδύλου.

 

Σε κάποιο άλλο σημείο, για να τονίσει την αξία της μεθόδου, γράφει ότι όταν βγει η κατ’ ισχίον άρθρωση προς τ έσω, η υποδεικνυόμενη μέθοδος μπορεί να προσφέρει τη δυνατότητα συμμετοχής ξανά σε αγώνες[27]: «αγαθή μεν ήδε κατά φύσιν και δίκαιη (η) εμβολή και δη τι αγωνιστικόν έχουσα ...». Αυτό το επαναλαμβάνει και στη συνέχεια[28] λέγοντας ότι οι προηγούμενες μέθοδοι καθιστούσαν τα εξαρθρήματα ανίατα, ενώ με τους δικούς του τρόπους ο αθλητής καθίσταται και πάλι ικανός να αγωνιστεί. Πιστεύουμε μόνο από αθλητικής ιατρικής πλευράς. Με προσεκτική μελέτη θα μπορούσαν να εξαχθούν περισσότερα συμπεράσματα για την ιστορία του Αθλητισμού και να εμπλουτίσουν το υπάρχον υλικό.

 

Όπως για παράδειγμα μια εξέταση των συγκεκριμένων κακώσεων μπορεί να μας οδηγήσει στον εντοπισμό διαφόρων λαβών ή τεχνικών πάλης της εποχής εκείνης και κατά συνέπεια στην τεχνική του αγωνίσματος. Τα εξαρθρήματα αυχένος ίσως οφείλονταν ακόμα και στην προπόνηση κατά την πρόσκρουση στον κωρυκό και την αυχενική κάκωση κατά την πρόσκρουση αυτή. (Ας θυμηθούμε τη θλιβερή περιπέτεια, το σχετικό πρόσφατο κτύπημα του καλαθοσφαιριστή Γιάνκοβιτς στη βάση της μπασκέτας, 1993). «Η κεφαλή αναρττέτω και πάντα ο αθλητής υποκείσθω του παγκρατίου ορθά είδη» αναφέρει ο Φιλόστρατος[29]. («Το κεφάλι τέλος του παγκρατιαστού πρέπει να κτυπά δυνατά τον κώρυκο και έτσι ο αθλητής να ασκείται σε όλα τα είδη του ορθοστάνδην παγκρατίου», ώστε να ισχυροποιούνται οι ινιοαυχενικοί μύες και να αποφεύγονται οι κακώσεις).

Τα ίδια εξαρθρήματα δυνατόν, εξάλλου, να προέρχονται από την πτώση από ψηλά που πιο πριν αναφέρθηκε και που δείχνει την ύπαρξη άλματος με κοντάρι ως προπαρασκευαστική ίσως άσκηση για το άλμα. Τέλος, το γεγονός ότι ο Πτολεμαίος ως βασιλιάς της Κύπρου ενδιαφέρθηκε τόσο για τον αθλητισμό, ώστε να ζητήσει αυτό το εξειδικευμένο σύγγραμμα, δείχνει όχι μόνο την ανάπτυξη του αθλητισμού στην Κύπρο του είδους της εποχής εκείνης, αλλά επιβεβαιώνει και την άνθιση του ελληνικού πνεύματος κατά την κλασσική και ελληνιστική περίοδο στο νησί, πάνω στην οποία, ως υπόβαθρο, εξελισσόταν ο Κυπριακός Αθλητισμός. Τούτο εξάλλου επισφραγίζεται τόσο από τις μαρμάρινες επιγραφές και τα γραπτά μνημεία όπου γίνεται αναφορά αθλητικών γεγονότων, όσο και από τα εισηγμένα μελανόμορφα αγγεία που βρέθηκαν σε διάφορες περιοχές. Αναφέρω ως παράδειγμα το Μαρίον, τη Σαλαμίνα όπου βρέθηκε η παλαίστρα και ο Ξυστός, το Κιτιο, το Κούριο όπου σώζεται το Στάδιο και η παλαίστρα, την Πάφο, τη Λάπηθο, την Αρσινόη, την Καρπασία, την Αμαθούντα, την Ταμασσό, τους Γόλγους. Κύπριοι Έλληνες αθλητές ελάμβαναν εξάλλου μέρος τόσο σε ιερούς πανελλήνιους όσο και σε άλλους αγώνες της Μεσογείου και διακρίνονταν. Τούτα όμως δεν είναι του παρόντος να αναφερθούν.

 

Το σύγγραμμα του Απολλώνιου επιδέχεται ακόμα συγκριτική μελέτη με βάση τα διασωθέντα χειρόγραφα των εκδόσεων Dietz Kuhn Shone Kulden Kollesch.

 

Το θέμα της ακριβούς μεταγραφής – μετάφρασης – ερμηνείας και γενικά αξιοποίησης των γραφομένων και εικονιζομένων αποτελεί ένα μεγάλο,, νομίζω, κεφάλαιο της ιστορίας της Αθλητιατρικής.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 


 

[1] Αριστοτέλους, Αποσπ. Διαλογ. 52

[2] Πλάτωνος, Σοφιστές 14, Γαληνός, Χ 407 και Γ. σ. 17Π

[3] Πλάτωνος, Πολιτεία Γ14

[4] Πλάτωνος, Πρωταγόρας 613 (Herman)

[5] Ι. Ν. Δαμπάσης, «Ίκκος ο Ταραντινός και Ηρόδικος ο Συλημβριανός, Διάσημοι Γυμναστές Ιατροί, Ιατρικά Χρονικά, 1:6  1962

[6] Πλάτωνος, Γοργίας 18

[7] «Φιλοστράτου Γυμναστικός», Κιτρινιάρη Κωνσταντίνου, 1961, σ.57

[8] ο.α. σ.28

[9] ο.α., παράγραφος 14, σ. 49

[10] Πλάτωνος Γοργίας Χ 455, Χ1456

[11] «Θεωρών φιλιάτρως διακείμενον σε, Βασιλεύ Πτολεμαίε, και ημάς δε συ ορών προθύμως τα υπό σου προσταχθέντα διαπρασόμενους... ο κατά το παρόν επέταξας μεταδούναι σοι», Απολλώνιος Κιτιεύς της «Περί άρθρων πραγματείας» το πρώτον, έκδοση Herman Schone Λειψία, 1896, σ.1

[12] Με το «περί άρθρων» του Απολλώνιου ασχολήθηκαν οι:

Κούζης Α., «Ιστορία της Ιατρικής», Αθήνα 1929, Ζερβός «Πρακτικά Γα Διεθνούς Συνεδρίου Βυζαν. Σπουδών, 1932, Ch. Singer “A short History of Biology”, Oxford, 1931, Wesleg D. Smith “The Hippocratic Tradition”, Cornel publication in the History of Scinece. Ενδελεχώς δε και ο κύπριος Κύπρος Χρυσανθης:

Χρυσάνθη Κύπρου: «Απολλώνιος ο Κιτιευς», Πρακτικά του Α´ Παγκύπριου Συνεδρίου Ελληνικού πολιτισμού, Λευκωσία, Στασίνος 1974, σ.σ.127-131.

Του ιδίου, «Οι Κύπριοι για τον Ιπποκράτη» (ανακοίνωση 2ο Διεθνές Συμπόσιο Αιγαίου 1981 στην Κω).

Γενικότερα αναφέρεται ο Απολλώνιος από τους: Στράβωνα (14, 6, 3), τον Κικέρωνα (στους λόγους: Pro domo Suo, Pro Flacco»,  Pro sectrito, C.B. τον Πλίνιο “…Sed Citicus semen ex aqua frifdum terentius succam”, N.H. X.X. 13.

[13] Αυτό εξάλλου πιστεύει και ο Schone H.

[14] Ελληνικές πηγές (Α.Κ.Ε.Π.) τόμος Α´, 1973 103 και Γ-Α, 1975, 1622-1065, Βλ. και Χρυσάνθη Κύπρου , ο.π. σ.61

[15] Βλ. Η Αρχαία Κύπρος στις Ελληνικές πηγές (Α.Κ.Ε.Π.), τόμος Γ-Α, 106.4, όπου αναφορά του Ερωτιανού (Ιππ. Λεξ. Συν Klein, p.p. 31-32) για 18 βιβλία που έγραψε ο Απολλώνιος σε απάντηση προς τον Διοσκουρίδη Φακάν. Επίσης ο Caelli Aurelioni Chrom., I., 235 βλ. Γενικά Χρυσάνθη Κύπρου, περιοδ. Στασίνος ο.π. (σημείωση 9).

[16] Εκδόσεις του έργου είχαμε από τους (α) Dients F.R. (Regiment, 1834),  (b) Kuhn C. (Λειψία, 1837) λατινιστί, (γ) Schone H. (Λειψία 1896) από το Φλωρεντιανό Χειρόγραφο (codex Laurentianus LXXIV). Ακολούθησαν μεταφράσεις του κειμένου στα Γαλλικά (1908) και στα Γερμανικά (1900).

[17] Έκδοση Schone, σ.1, στ. 8-10

[18] ο.π. 6.1, στ.12.

[19] Ζερβός, Εκ . Πρακτικά Γ Συνεδρίου Βυζαντινών Σπουδών, 1935, σ.362

[20] Signor Ch. “A Short History of biology” Oxford, 1931, p.55

[21] Έκδοση Schone, σ.3, στ. 12

[22] ο.π. σ.9 στ. 3-5

[23] ο.π. σ.16 στ. 26-28

[24] ο.π. σ.4 στ. 27

[26] ο.π. σ.14 στ. 23-24

[28] ο.π. σ.25-26 στ. 26-14 γενικά.

[29] Κιτρινιάρη, «Φιλοστράτου Γυμναστικός», κεφ. 52, σ. 199