Η ΚΥΠΡΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ Ο ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

                                                   ΜΙΑ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ   ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

 

 Παρασκευάς Σαμάρας

  

 

Μια από τις άκρως ενδιαφέρουσες πτυχές της Ιστορίας του Κυπριακού αθλητισμού είναι αναμφίβολα και η εμπλοκή του γυναικείου φύλου. Η διερεύνηση δεν μπορεί παρά να ακολουθήσει, αφενός το θέμα χρονολογικά στην εξέλιξη του και αφετέρου την συγχρονία του με άλλα κοινωνικά φαινόμενα που αφορούν το γυναικείο φύλο.

Είναι γνωστό πως στην αρχαιότητα δεν επιτρεπόταν στη γυναίκα η συμμετοχή και η παρακολούθηση αθλητικών αγώνων. Γνωρίζουμε όμως, ότι γι’ αυτό ακριβώς, καθιερώθηκαν κατά την αρχαιότητα στην Ολυμπία τα «ΗΡΑΙΑ» αποκλειστικά για αγώνες δρόμου των γυναικών. Εξάλλου οι γυναίκες είχαν δικαίωμα να μετέχουν στις Ιπποδρομίες ως ιδιοκτήτριες άλογων με άλλο αναβάτη.

Από σωζόμενες αγωνοθετικές επιγραφές[1] νικητών στα Παναθήναια, σε αγώνες ιππικούς και γυμνικούς των αρχών του 2ου πΧ αιώνος και χαραγμένα σε πλάκες Υμηττίου μαρμάρου καταγράφονται δύο Κύπριες, η Μνασιάδα Αργεία και η Ζευξώ Πολυκράτους και οι δυο με Αχαϊκή καταγωγή ως νικήτριες σε αγώνες αρματοδρομιών. Οι δυο αυτές γυναίκες, που άνηκαν στην άρχουσα τάξη της Κύπρου, ήσαν ιδιοκτήτριες των άλογων και έλαβαν μέρος, όχι ασφαλώς οι ίδιες, αλλά με άλλους αναβατές που ίππευαν τα άλογά τους. Τα σχετικά σημεία των επιγραφών έχουν ως εξής:

α) στ. 45

...Κέλητι πoλικώι

[...ρ]ίστου Καρπασεώτης από Κύπρου

σ]υνωρίδι πωλικεί

[...Μνασι]άδα Αργεία απ’ Αχαΐας

[α]ρματι, πουλικώι

[Ξευξώ πολυκρ]άτου Αργεία απ’ Αχαΐας

 

 β) στ. 40

...κέλητι τελείωι

Αρίστων Νίκωνος Καρπασεώτης α[πο Κύπρου]

……………………………………………….

γ) στ. 45 άρματι τελείω

Πολυκράτης Μνασιάδου Αργείος

…………………………………………………»[2]

 

Η Μνασιάδα Αργεία, η Ζευξώ Πολυκράτους Αργεία και ο Πολυκράτης Μνασιάδου Αργείος με καταγωγή από την Αχαΐα, αλλά κάτοικος Κύπρου, ανήκουν στην οικογένεια του Μνασιάδη Πολυκράτη, ο οποίος διετέλεσε στρατηγός (κυβερνήτης) και αρχιερέας της νήσου κατά έτη 203/202-197μ.Χ..

Στις πράξεις των Αποστόλων, στα σχετικά με τον Απ. Βαρνάβα αναγράφεται πως όταν ο Απόστολος επέστρεφε από την Πάφο μαζί με τη συνοδεία του το 45 μΧ και βάδιζαν προς το Κούριο είδαν πλησίον της πόλεως του Κουρίου πλήθος γυναικών και ανδρών γυμνών να μετέχει σε πομπή σχετική με αγώνες  ,ή να αγωνίζονται σε δρομικό αγώνισμα. Αφήνεται εδώ κάποια αβέβαιη αιχμή για την περιβολή τους. Αναφέρεται άραγε μόνο στους άνδρες, ή αφορά και τις γυναίκες η γυμνότητα;

«και εύρομεν, δρόμον τινά μιερόν εν τη οδώ, πλησίον της πόλεως επιτελούμενον,     ένθα γυναικών τε και ανδρών πλήθος γυμνών επετέλουν τον δρόμον και πολλή   απάτη και πλάνη εγίνετο εν τω τόπω εκείνω. Στραφείς δε ο Βαρνάβας τούτο            επετίμησεν και έπεσεν το από δυσμών μέρος, ώστε πολλούς τραυματίας γενέσθαι           πολλοί δε εξ αυτών και απέθανον, οι δε λοιποί έφυγον εις το ιερόν του Απόλλωνος  το ον πλησίον εν τη καλουμένη ιερά»[3]

Η αναφορά, εδώ, αφορά θρησκευτική πομπή σχετική με αγώνες, με γυμνούς  προφανώς αθλητές να μετέχουν της πομπής, πλησίον και εντός μεγάλου  οικοδομήματος ,προφανώς  σταδίου του οποίου το δυτικό μέρος, κατέπεσε. Πρέπει να αναφέρεται σε κατάρρευση  μέρους των κερκίδων.

Φαίνεται,  πάντως,  η γυμνότητα να  αφορά μόνο στους άνδρες, αφού σε μια άλλη,  παράλληλη, χρονικά, μαρτυρία απ’ το βίο του Άγιου Ηρακλειδίου γίνεται αναφορά σε αγώνες γυναικών και πάλι εντός του σταδίου του Κουρίου (και δη εισελθόντες), οι οποίες ήσαν, μάλλον, ντυμένες και έτρεχαν με λυμένα τα μαλλιά:

«και ήλθαμεν εν τόπω Κουρίω·και δη εισελθόντες, ήσαν λυσίκομαι κόραι τρεχούσαι και πλήθη πολλά[4]

Εντοπίζουμε εδώ μια σημαντική πληροφορία για γυναικείο δρομικό αγώνισμα. Ότι δηλαδή συναγωνίζονταν με λυμένα τα μαλλιά, σε αντίθεση με τη συνήθη εμφάνιση.

Από τα δυο παραπάνω αποσπάσματα εξάγεται το συμπέρασμα ότι στο Κούριο είχαμε στο αγωνιστικό πρόγραμμα, αγώνες ανδρών και γυναικών όπου οι άνδρες έτρεχαν γυμνοί εντός του σταδίου, ενώ οι γυναίκες έτρεχαν με λυμένα τα μαλλιά. Παρακολουθούσαν δε τους αγώνες μαζί άνδρες και γυναίκες. Στην πρώτη αναφορά, μάλιστα, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός της πτώσης του δυτικού μέρους των κερκίδων του σταδίου, πράγμα που δικαιολογεί και την αναφορά για πολλούς τραυματίες. Τα σχόλια για απάτη, αποτελούν ασφαλώς την αυστηρή κριτική του Βαρνάβα για την ειδωλολατρία με την οποία προφανώς συνέδεε τους αθλητικούς αγώνες. Στο κείμενο του Βαρνάβα “Acta Barnabae”, εντοπίζονται και άλλες αναφορές για αγώνες (ιπποδρομίες στο Κίτιο) και θρησκευτικές τελετές (Αμαθούντα), πανηγύρεις και σπονδές (Σαλαμίνα) πράγμα που τεκμηριώνει την διεξαγωγή Αγώνων την περίοδο εκείνη σε πολλά σημεία του νησιού και επομένως και στο Κούριο[5]

 

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ

 

Μετά από αιώνες κατοχής αρχίζει δειλά στα μέσα του 19ου αιώνα να αναβιώνει η αθλητική ιδέα. Τους διάφορους μικρούς τοπικούς αθλητικούς αγώνες στην ελεύθερη Ελλάδα, ακολούθησαν οι Ζάππειες Ολυμπιάδες (1859, 1870, 1875, 1888) με αρχική ιδέα από τον Π. Σούτσο και εμπνευστή και χορηγό τον Βαγγέλη Ζάππα. Σε αυτούς τους αγώνες εντοπίσθηκε και συμμετοχή  Κυπρίων αθλητών.

Στην Κύπρο, βέβαια, λόγω της Τουρκικής κατοχής δεν υπήρχε δικαίωμα οργανωμένης αθλητικής δραστηριότητας πλην των δρώμενων στα πανηγύρια. Τα μηνύματα μεταδίδονταν μέσω διαφόρων ελληνικών εφημερίδων και δια εμπορικών πλοίων αλλά και από άτομα που σπούδασαν στην Ελλάδα και επέστρεψαν πίσω.

Ένα απ’ αυτά τα άτομα ήταν η Ερατώ Καρύκη, που ως Διευθύντρια του Παρθεναγωγείου[6] της Λευκωσίας, στο λόγο της που εκφωνήθηκε στις 22 Ιουλίου 1862 με τη λήξη του σχολικού έτους μετά τις εξετάσεις, μεταξύ άλλων, εξήρε τους αρχαίους αγώνες και την επίδραση τους στους νέους και την κοινωνία: «Τα Ολύμπια, τα Ελευσίνια, οι Ισθμιακοί αγώνες και τόσοι άλλοι υπήρξαν το πάλαι αι παλαίστραι της αρετής, το πολιτικόν εκείνο γυμνάσιον εν ώ προπαρασκευάζοντο δι’ αθάνατα έργα και πολιτικήν φρόνησιν, υπήρξαν, λέγομεν, ο τόπος της τιμής ένθα ο ενάρετος πολίτης επορίζετο την αξίαν αυτού αδιαφιλονίκητον. Εις τους αγώνας τούτους εβραβεύοντο τα γενναία αισθήματα... Οι αγώνες ούτοι εποδηγέτουν την κρίσην της αρχαίας κοινωνίας προς ανεύρεσιν ανδρών όντως αξίων...»[7].Τους λόγους και τα κείμενα της κοσμούσαν και άλλες εκφράσεις με εθνικούς προσανατολισμούς. Στους  λόγους της, λ.χ. (14/5/1861), δεν θα διστάσει να πει ότι η Κύπρος η άλλοτε «περίδοξος» και «ευδαίμων» «βυθίζεται ξύμπασα υπό μαύρον πυθμένα πυκνής και ζοφώδους σκοτίας  καλυπτούσης..»[8]εννοώντας όχι μόνο την έλλειψη εκπαίδευσης μα και την Τουρκική Διοίκηση, αλλά και να εκφράσει σε αρκετά σημεία την αγάπη της για την πατρίδα και το έθνος. Με την δεδομένη τουρκική καχυποψία της περιόδου εκείνης[9], ειδικά μάλιστα για τους λόγιους, θεωρείται βέβαιη η δυσαρέσκεια της Διοίκησης για τη δράση της Καρύκη.

Κατά το 1862 παρατηρείται ένα κύμα καταδίωξης των Ελλήνων υπηκόων που διέμεναν στο νησί, από την Τουρκική Διοίκηση. «Απ άκρου εις άκρον της νήσου εδόθη διαταγή εις τους μουδίρας  να συλλάβωσι  να φυλακίσωσι, να δεσμώσωσι και παντοιοτρόπως να κακοποιήσωσι τους Έλληνας υπηκόους» [10]

Η Ερατώ Καρύκη ως Ελληνίδα υπήκοος σίγουρα έγινε γνώστης των βίαιων συμβάντων κατά Ελλήνων υπηκόων και ένοιωσε τη φρίκη και τον φόβο. Λόγω προφανώς της έκρυθμης κατάστασης και μετά από παρέμβαση του αδελφού της[11], απεφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα παρά τις επίμονες προσπάθειες της επιτροπής να την πείσει να παραμείνει στο νησί. Είναι πιθανό να ένοιωσε και ως ανεπιθύμητη από την Τουρκική διοίκηση, για τις ιδέες της. Σύμφωνα με το Ν. Κυριαζή θεωρήθηκε, λίγο αργότερα, ως συγγραφέας «βίαιου επαναστατικού βιβλίου» που έστειλε στο νησί το 1864 και το οποίο, κατασχέθηκε[12] προτού κυκλοφορήσει. «Μια νεαρά Ελληνίς»γράφει ο Γάλλος πρόξενος Λαφφών «ονόματι KariKi αφού διέμεινεν εις Λευκωσίαν ως διδασκάλισσα γλωσσών, επέστρεψεν εις Αθήνας. Εντεύθεν διηύθυνε προς Σιακαλλήν τινά, ραγιά εγκατεστημένον εις Λευκωσίαν ,πολλά σώματα βιβλιαρίου τινός, βιαίου και επαναστατικού. Η τουρκική διοίκησις περιγράφεται με τα πλέον σκοτεινά χρώματα. Το βιβλιάριον τούτο κατεσχέθη εις το τελωνείον ….»  

Οι γυναίκες στο 19ο και 20ο αιώνα έχουν κάμει μεγάλο άλμα με τη συμμετοχή τους στα κοινά. Πολύ σημαντικός είναι ο ρόλος τους ως εκπαιδευτικών, όχι μόνο διότι επιτελούν το έργο τους υπεύθυνα, αλλά διότι επιτελούν και εθνικό έργο σε καιρούς δίσεκτους, ιδρύουν και διευθύνουν σχολεία, γαλουχούν με τα έργα τους και τα κείμενά τους γενιές και γενιές. Απ’ τα αρχεία διαφόρων σχολείων, από την ιστορία της εκπαίδευσης, από αρθρογραφία, από αφηγήσεις και από προσωπικές εμπειρίες γνωρίζουμε τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι γυναίκες εκπαιδευτικοί.

Μια άλλη σημαντική προσωπικότητα που συνεισέφερε, λίγο αργότερα, στη γένεση του γυναικείου αθλητισμού στην Κύπρου ήταν η Πολυξένη Λοϊζιάς ή Μαλτά (1855-1942). Η Πολυξένη υπήρξε η πρωτοστάτης του γυναικείου κινήματος στην Κύπρο. Από τη θέση της ως δασκάλα και Διευθύντρια, στη συνέχεια, του Παρθεναγωγείου της Λεμεσού (1878-1913),[13] προσπάθησε να διαδώσει τα δικαιώματα της γυναίκας, την αξία της κοινωνικής συμμετοχής, της πνευματικής καλλιέργειας, της χειραφέτησης της[14]. Θα ιδρύσει, τέλος, το 1897, από ενθουσιασμό και μέσα στον απόηχο των Ολυμπιακών αγώνων της Αθηνάς (1896), το πρώτο στην Κύπρο γυναικείο Γυμναστήριο που είχε την ονομασία «Παλλάδιον» και το οποίο λειτουργούσε στον περίβολο του παλιού Παρθεναγωγείου, στην οδό Μακεδονίας, με γυμναστές τους Γεώργιο Βουτηρίδη και την Αγγελική Παπαθεοδώρου[15].

Το γυμναστήριο αυτό έτυχε θετικών σχολίων απ’ το κοινό της εποχής. Να τι γράφει σχολιαστής σε εφημερίδα το 1897:

«...Οριστικώς επέτυχε και το γυναικείον Γυμναστήριον. Η κυρία Μαλτά εξακολουθεί καθ’ εκάστην γυμνάζουσα και διδάσκουσα λόχον κορασίδων και δεσποσυνών, αίτινες λίαν αξιεπαίνως προσέρχονται εις το γυμναστήριον τακτικώς γυμναζόμενοι. Τις πρόοδος ζηλευτή! Μπράβο κυρία Πολυξένη. Είναι απ’ εκείνας τας χειραφετήσεις που δεν θα εύρη καμμίαν αντίπραξην, διότι είναι δίκαια, είναι ορθή, είναι Ελληνική, είναι αναγκαία. Και η κοινωνία το κατενόησεν και αι κόραι προσέρχονται μετά φαιδρότητος, μετά χαράς, μετ’ ενθουσιασμού. Ω τι ζηλευτή πρόοδος!»[16]

Η Πολυξένη Λοιζιάς δεν πρωτοστάτησε απλά του γυναικείου κινήματος, αλλά ήταν και μία πολύπλευρη προσωπικότητα με εκπαιδευτική, πολιτιστική, πνευματική και εθνική δράση.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι εξέδωσε[17] την «Κυπριακή κυψέλη», αλλά και σειρές βιβλίων και περιοδικών με λαογραφικό, ιστορικό, λογοτεχνικό και φιλολογικό περιεχόμενο όπως η «Η Δούλη Κύπρος» (δραματικό ειδύλλιο, Λεμεσός 1890), το περιοδικό «Παλλάδιον» (1927-1936), «Πατριδογραφία Κύπρου» (σχολικό 1890), «Ίριδες» (ποιήματα, Αθήνα 1901), «Κυπριακόν Λεύκωμα» (ποιήματα και παροιμίες, Λεμεσός 1924) «Εγκώλπιον Ελληνίδων» και πολλά ακόμη.

Δεν έπαψε να εμπλέκεται στα κοινωνικά δρώμενα του τόπου μέχρι «βαθύτατου γήρατος». Είναι χαρακτηριστική, δε, (ανέκδοτη) επιστολή[18] που απέστειλε στον Νικόδημο Μυλωνά και στην οποία εκφράζει την εκτίμησή της για το εθνικό έργο του πατριώτη Ιεράρχη. Παρόλο που η επιστολή είναι αχρονολόγητη, το όλο πνεύμα της, μας προδιαθέτει να την ταυτίσουμε χρονικά με την περίοδο προετοιμασίας για την μετάβαση κυπριακής αποστολής στο Λονδίνο το 1929, με αίτημα την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Επικεφαλής της αποστολής θα ήταν ο Νικόδημος Μυλωνάς.

Αξίζει να γίνει αναφορά και στις αντιξοότητες και στα εμπόδια με τα οποία βρέθηκε αντιμέτωπη η πρωτοπόρος αυτή εκπαιδευτικός, σ’ ένα ανδροκρατούμενο κατεστημένο περιβάλλον, που ασκούσε αρνητικό έλεγχο στις εξέχουσες γυναικείες προσωπικότητες, και που σύμφωνα με τον Π. Περσιάνη[19] έφτανε πολύ συχνά στα όρια της τρομοκρατίας. Γράφει λοιπόν μεταξύ άλλων και ο Γ. Σ. Φραγκούδης:

«προς πόσας προλήψεις και πόσα εμπόδια δεν είχε και δεν έχει ακόμη να παλαίση αφού υπέστη άλλοτε και την πικρίαν της προσωρινής παύσεως ,ήτις δεν ετίμησε βεβαίως διόλου τους Λεμησίους …Τόσον δ’επίπονον το έργον εν τω μέσω κοινωνίας υπεράγαν συντηρητικής ή φιλοσκώμμονος,  όταν εις κάθε βήμα χίλια εγείρονται εμπόδια ,όταν ήτο ανάγκη να εξαχθεί η γυνή εκ της άχρι τούδε βαρβαρότητος ή να σωθή πολλάκις η κόρη του λαού ή η εγκαταλελειμμένη από την δυστυχίαν και την διαφθοράν»[20]

         Οι σπόροι της Καρύκη, της Λοϊζιάδας και άλλων πρωτοπόρων γυναικών, έδωσαν γρήγορα καρπούς αφού πέτυχαν την έξοδο της γυναίκας από το σπίτι και τη συμμετοχή της σε κοινωνικές εκδηλώσεις.

 

Η ΓΥΝΑΙΚΑ  ΣΤΟΥΣ ΑΘΛΗΤΙΚΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ

 

Με το πέρασμα της κατοχής της Κύπρου από τα χέρια των Τούρκων στους Άγγλους το 1878, η γυναίκα αρχίζει δειλά-δειλά να κάνει αισθητή την παρουσία της ως θεατής και σε αθλητικές εκδηλώσεις. Από το 1896 και μετά, οπόταν καθιερώθηκαν σε ετήσια βάση οι Παγκύπριοι Αγώνες, η γυναικεία παρουσία στις κερκίδες ήταν εντονότατη. Οι κοπέλες, που στα Παρθεναγωγεία συμμετείχαν στις γυμναστικές επιδείξεις, υπήρξαν ο πυρήνας του ενδιαφέροντος για τα αθλητικά δρώμενα αλλά και μαγιά του γυναικείου φύλου που γέμιζε τις «κερκίδες» των σταδίων.

Σταθμό στην πορεία του γυναικείου αθλητισμού θα αποτελέσει η παρουσία της Δομνίτσας Λανίτη (1914) κόρης του Νικόλαου Κλεάνθη Λανίτη

Ο Νικόλαος Κλ. Λανίτης, ο Νικλής, όπως τον αποκαλούσαν, γόνος της γνωστής οικογένειας της Λεμεσού, ήταν ένας διανοούμενος της εποχής, ασκούσε τη δικηγορική και πρωτοστάτησε στο «αθλητικό κίνημα» της εποχής. Ήταν και ο ίδιος αθλητής, αν και όχι σπουδαίος και ίδρυσε με άλλους το Γυμναστικό Σύλλογο «Ολύμπια» της Λεμεσού, (ΓΣΟ), του οποίου διετέλεσε πρόεδρος για πολλά χρόνια. Φιλελεύθερος, βενιζελικός και προσωπικός φίλος του Ελευθέριου Βενιζέλου, ασχολήθηκε με τα κοινά και διετέλεσε βουλευτής Λεμεσού και Πάφου, πράγμα που του κόστισε αργότερα φυλακές και εξορίες.

Η πρώτη του κόρη Δομνίτσα από την παιδική της ακόμα ηλικία, πολύ πριν αγωνισθεί στον στίβο, έδειξε την έφεσή της στον αθλητισμό. Από μικρή έπαιζε χόκεϊ με τα παιδιά της γειτονιάς στη Λεμεσό. Χάρη στον πατέρα της, ένθερμο φίλαθλο αλλά και παράγοντα του ΓΣΟ, πήγαινε και παρακολουθούσε τόσο τις προπονήσεις των αθλητών όσο και τους αγώνες και έτσι είναι που άρχισε να ασχολείται συστηματικά με τον αθλητισμό, με τα άλματα και τους δρόμους. Βλέποντας ο Νικόλαος τις  αξιόλογες της επιδόσεις, αλλά και την αγάπη της κόρης του για το στίβο , σκέφτηκε να βάλει στο πρόγραμμα των αγώνων και γυναικεία αγωνίσματα. Πράγμα όχι και τόσο εύκολο  αφού οι νοοτροπίες της εποχής ήταν άλλες. Η Δομνίτσα θυμάται πως:

«Οι οικογένειες δεν επέτρεπαν εύκολα στα κορίτσια τους  να λάβουν μέρος σε αγώνες, Το γεγονός  ότι εμφανιζόμουν με κοντό παντελονάκι για να γυμναστώ ήταν σκάνδαλο. Ήταν αρκετές, θυμάμαι, οι λεζάντες και τα περιπαικτικά σχόλια  στον τύπο »[21]

Με την εισήγηση του Νικολάου Κλ. Λανίτη, παρά τις όποιες αντιδράσεις, δύο γυναικεία αγωνίσματα στίβου θα συμπεριληφθούν για πρώτη φορά στο επίσημο πρόγραμμα των (ΙΗ´) Παγκύπριων αγώνων, τον Απρίλιο του 1928,[22] το άλμα σε ύψος και το άλμα σε μήκος.  Η κόρη του Δομνίτσα, στα δεκατέσσερά της έλαβε μέρος και στα δύο αθλήματα και πρώτευσε, στο ύψος με 1.22 μ. και με 4.50 μ. στο μήκος.

Το 1928 ο ΣΕΓΑΣ αναγνώριζε επίσημα τον αθλητισμό στίβου γυναικών ιδρύοντας την ΤΕΓΑ, την Τεχνική Επιτροπή Γυναικείου Αθλητισμού. Έτσι τα ρεκόρ της Δομνίτσας Λανίτη στους Παγκύπριους του 1928 ήσαν τα πρώτα στον κατάλογο των αναγνωρισμένων ρεκόρ που άνοιξε τότε για πρώτη φορά. [23]

Η Δομνίτσα Λανίτη-Καβουνίδη, μετά την αποφοίτηση της από το Ελληνικό Γυμνάσιο Λεμεσού, φοίτησε στο Αμερικάνικο Κολέγιο Αθηνών και σπούδασε στη Πάντειο Σχολή Πολιτικών Επιστημών. Κατά τη διάρκεια του πολέμου (1940-1941) υπηρέτησε ως αδελφή εθελόντρια σε στρατιωτικά νοσοκομεία. Μέλος και αντιπρόεδρος Δ.Σ. της  «Ένωσης Κυπρίων Ελλάδος». Η αθλητική της δράση: θεωρείται πρωτοπόρος αθλητισμού γυναικών στην Ελλάδα και τη Κύπρο.

Το 1931 έλαβε μέρος στους Πανελλήνιους αγώνες της Αθήνας και πρώτευσε σε όλα τα αγωνίσματα δρόμων και αλμάτων δημιουργώντας νέες πανελλήνιες επιδόσεις. Από τότε και μέχρι το 1936 κατέρριπτε τις επιδόσεις κάθε χρόνο, επιδόσεις που  διατηρήθηκαν ως ρεκόρ,  ως το 1963. Έλαβε μέρος σε δύο Ολυμπιάδες, του Βερολίνου το 1936 στο δρόμο 100 μ. και 80 μ. μετ’ εμποδίων, στο Λονδίνο το 1948. Οι επιδόσεις της συγκαταλέγονται μεταξύ των δέκα καλυτέρων του κόσμου. Η επίδοσή της δε στα 60 μ. το 1935 ισοφάρισε παγκόσμια επίδοση. Εξάλλου κατέρριψε 30 φορές το Πανελλήνιο ρεκόρ σε 5 αγωνίσματα, ήταν 27 φορές Πανελληνιονίκης και έκαμε 4 φορές βαλκανικά ρεκόρ[24].

Είχε τις Βαλκανικές επιδόσεις στους δρόμους 100μ./80 εμποδίων και άλμα εις ύψος. Οι επιδόσεις που έμειναν απλησίαστες  σχεδόν τρεις δεκαετίες είναι: 100 μ., 80μ. μετ’ εμποδίων και άλμα εις ύψος. Διετέλεσε μέλος επιτροπής Γυναικείου Αθλητισμού Σ.Ε.Γ.Α.Σ. και πρόεδρος επί σειρά ετών. Μέλος Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Αθλητισμού Ελλάδας (1963-1967) κ.α. για την προσφορά της στον αθλητισμό έτυχε πολλών διπλωμάτων, μεταλλίων, διακρίσεων και απ’ την Ελλάδα και την Κύπρο.[25]

Πέρα από τους αγώνες στίβου οι γυναίκες ασχολήθηκαν τα πρώτα χρόνια της Αγγλοκρατίας με το τένις αλλά και με το χόκεϊ. Σ’ ένα τέτοιο αγώνα χόκεϊ αναφέρεται το  απόσπασμα από δημοσίευμα του Σκιαδά :

« Στη Λάρνακα έγινε εξάλλου αγώνας χόκεϊ μεταξύ των μικτών ομάδων ανδρών και γυναικών Λεμεσού και Εμπορικού Λυκείου Λάρνακος. Νικήτρια αναδείχθηκε η ομάδα του Εμπορικού Λυκείου. Ο αγώνας αποτέλεσε μια πολύ καλή αρχή για τις γυναικείες αθλητικές επιδείξεις: «...τα καλά κορίτσια αφήσαντες κατά μέρος τες ντροπές κατήλθον αθλητικότατα στο στίβο και έδειξαν ότι ΄που υπάρχει θέλησις υπάρχει τρόπος. Γι’ αυτό και οι θεαταί χειροκροτούσαν ζωηρά τα κοριτσόπουλα που έμπαιναν στο ρουθούνι των αντιπάλων των του άσχημου φύλου και τους απεδείκνυαν ότι κάποτε η γυνή δεν φοβείται τον άνδρα!»[26]

Μια άλλη πολύ σημαντική παρουσία με επίσης μεγάλη πρόσφορα μετά το 1940 είναι και η Ηρώ Μιτσίδου-Τσαγκαρίδου (1931). Αρχίζει να ασχολείται με τον αθλητισμό το 1943-1944, μετά από παρότρυνση της κυρίας Κατίνας Τσιαρτσάζη, Καθηγήτρια Γυμναστικής  του Γυμνασίου Θηλέων, που στεγαζόταν στο σημερινό Δημαρχείο της Λευκωσίας, το οποίο δύο χρόνια αργότερα, θα μεταστεγαστεί στο κτίριο του Γυμνασίου Φανερωμένης.

Θα διακριθεί στους πρώτους ενδοσχολικούς αγώνες του 1947 και θα εκπροσωπήσει την Κύπρο στους πρώτους μεταπολεμικούς Πανελλήνιους αγώνες στίβου ανδρών-γυναικών, που έγιναν στη Κύπρο .Στους αγώνες αυτούς έλαβαν μέρος ομάδες Ελλήνων από την Αίγυπτο, τον Λίβανο, την Ελλάδα και την Κύπρο. Στους αγώνες, η δεκαεξάχρονη Ηρώ κέρδισε πέντε πρώτες νίκες: στους δρόμους 60 μ., 100 μ., στο ύψος, στη σκυταλοδρομία 4χ100 και κατέρριψε το πανελλήνιο ρεκόρ με πρώτη νίκη στο άλμα εις μήκος με 5.13,5 μ., συμβάλλοντας έτσι στην ομαδική πρώτη νίκη της Κύπρου.

Η πετυχημένη αυτή τροχιά διακρίσεων και πρωτιάς συνεχίστηκε και κατά τους επόμενους Πανελλήνιους αγώνες, που πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα το 1948. Από ατυχείς συγκυρίες δεν συμπεριλήφθηκε στην Ολυμπιακή αποστολή της Ελλάδας κατά τους Ολυμπιακούς του Λονδίνου.

Διετέλεσε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΟΑ, (1988-2000), μέλος του δ.σ. του Γ.Σ.Π. από το 1990, μέλος της Ολυμπιακής Ακαδημίας Κύπρου από το 1994-2003, μέλος της Κυπριακής Ολυμπιακής Επιτροπής από το 2003. Με εισήγηση της Ελλάδας, εξελέγη μέλος της European women sport, για τα έτη 1998-2002.

Κατά τον Ανδρέα Χατζηβασιλείου:

«ό,τι υπήρξε για τον αθλητικό μας κόσμο προπολεμικώς η Δομνίτσα Λανίτου-Καβουνίδου, υπήρξε μεταπολεμικώς η Ηρώ Τσαγκαρίδου-Μιτσίδου. Κατέρριψε τα πλείστα ρεκόρ της Δομνίτσας, σε μια περίοδο που ο τόπος αγωνίζετο να βρει τα πόδια του μετά την καταστροφή που επέφερε ο πόλεμος.»[27]

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΈΣ

1 Νικολάου  Μιχαηλίδου Ινώ. (1961). Tituli Agonistici, “Hellenistici et Romani, Ad Res Cyprias  Pertinentes”, Κυπριακαί Σπουδαί, 64 , I.G.,II  σ.384 κ.ε.. αρ.966 (A)

2. Νικολάου Μ. Ινώ, ο.π. σ.65 βλ I.G.,II,σ.384 κ.ε ,αρ.966(Α) και I.G.ΙΙ, σ.385-388 αρ.967 (β)

3. Χατζηιωάννου Κυριάκου.(1971). «Η Αρχαία Κύπρος εις τας Ελληνικάς πηγάς»,(ΑΚΕΠ), Α´ (1971), 110.26 (σ.333) (Acta Barnabae 19) «Περίοδοι και μαρτύριο του Αγίου Βαρνάβα», εκδ.R.A. Lipsius &M.Bonet, Acta apostolorum apocrypha,vol II, p.292-93, Acta Barnabae, Hildsheim 1959.

4. ΑΚΕΠ, Α´ (1971), 110.25.γ.(σ.333) Βι. Ηρακλειδ. 9.175 (σ172).

5. ΑΚΕΠ, Α´ (1971),110.27(σ.335), 110.28(σ.335)και 110.29 (335)

6. Το πρώτο Παρθεναγωγείο, «Το σχολείο κορασίδων» ιδρύθηκε στη Λευκωσία το 1859. (Ελένης Ράγκου, «Η γυναίκα στην Κύπρο το 18ο και 19ο αιώνα», Διαλέξεις Λαϊκού Πανεπιστημίου αρ.2 σ.116)

7. Παπαδόπουλος Θεόδωρος. (1991). «Κώδιξ Σχολείων Λευκωσίας»,Κυπριολογική βιβλιοθήκη αρ. 6, σ.90

8. Παπαδόπουλος Θ ο.π., σ.54

9. Νεοκλή Κυριαζή.(1931). «Εθνικόν Κύπρου Φρόνημα». Κυπριακά Χρονικά, Η´, σ.9 κ. εξής

10. Παρασκευά Σαμάρα.(2000). «Αιτίες εκπατρισμού-προβλήματα Κυπρίων στην Ελλάδα και το πρόβλημα της Ελληνικής Υπηκοότητας στην Κύπρο κατά τον 19ο αιώνα»,Κυπριακαί Σπουδαί, τόμος ΞΒ΄-ΞΓ΄ 1998-1999 σ.298,Λευκωσία.

11. Παπαδόπουλος Θ. ,ο.π. σ.84

12. Νεοκλή Κυριαζή. ο.π. εγγρ. 29/4/1864, Λάρνακα σ.22 και Παρασκευά Σαμάρα.(1997).«Η αφύπνιση του Κυπριακού Ελληνισμού 1821-1881» ,Επιστημονική Επετηρίς Κυπριακής Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών,τομ. Γ΄(1996),σ.164

13. Γεωργίου Προδρόμου. (1984). «Η εκπαίδευση στην Κύπρο τον 18ο και 19ο αιώνα», διαλέξεις Λαϊκού Πανεπιστημίου, 1, σ.291

14. Παναγιώτη Περσιάνη. (1978). «Ιστορία της εκπαίδευσης των κοριτσιών στην Κύπρο»...., σ.59

15. Χριστάκη Σαββίδη. (1998). Χρονογράφημα, Φιλελεύθερος 8 Μαρτίου 1998.

16. Ανδρέας Χατζηβασιλείου. (1986). «Η Αθλητική Κύπρος» Διαλέξεις Λαϊκού Πανεπιστημίου αρ.2, Κυπριακά 1878-1955, σ.297

 17. Κύρρης Κώστας .(1986). «Οι πνευματικές αναζητήσεις της εποχής της Αγγλοκρατίας»,Διαλέξεις    Λαϊκού πανεπιστημίου, αρ.2, Κυπριακά1878-1955,σ.214-215

 18. Αρχείο Ιεράς Μητρόπολης Κιτίου, αχρονολόγητη στον αρχικό φάκελο :Ακαταχώρητα.

19. Περσιάνη Π.(1998). «Ιστορία της εκπαίδευσης των κοριτσιών στην Κύπρο»,σ31

20. Φραγκούδης Γ.Σ.(1898). «Πολυξένη Λοιζιάς»,Εφημερίδα Αλήθεια,18 Ιουνίου 1898,σ.1-2

21. Συνέντευξη με την Δομνίτσα Λανίτου Καβουνίδη ,Αθήνα 17/1/2004

22. Ανδρέα Χατζηβασιλείου ο.π. σ.306

23. Σπύρος Καβουνίδης.( 2003). «Δομνίτσα η πρωτοπόρος», εκδόσεις Κέδρος, σ.16-  30,

24. Ελευθερίου Σκιαδά .(1988). «Γυναικείος Αθλητισμός στη σύγχρονη Ελλάδα», σ.105

25. Αριστείδης Κουδουνάρης. (1995). «Βιογραφικόν Λεξικόν Κυπρίων 1800-1920», Λευκωσία, σ.146

 26. Ελευθερίου Σκιαδά ο.π. σ.105-106

27. Ανδρέας Χατζηβασιλείου ο.π., σ. 306