ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΑΓΩΝΙΣΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΠΑΛΗΣ

 

ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΙΤΙΚΟΥ ΚΥΚΛΟΥ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

 

Παρασκευάς Μ. Σαμάρας

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Μετά τη σταδιακή κατάργηση όλων των επίσημων γυμνικών αγώνων, που άρχισε το 394 μ.Χ με την κατάργηση των Ολυμπιακών αγώνων και ολοκληρώθηκε τον 6ο αιώνα μ.Χ., το αθλητικό πνεύμα ανέλαβε να το συντηρήσει η παράδοση. Στην ουσία εκείνο που καταργήθηκε ήσαν τα παγανιστικά στοιχεία και η καθ’ υπερβολή επισημότητά τους, το γυμνό καθώς επίσης και ο πανελλήνιος χαρακτήρας τους. Τα μόνα που κατάφεραν να επιβιώσουν αλλάζοντας ωστόσο κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ήσαν οι μικρές τοπικές διοργανώσεις που δεν είχαν ούτε την επισημότητα, ούτε και την γεωγραφική εμβέλεια των Πανελλήνιων αγώνων – Ολύμπια, Ίσθμια, Νέμεα, Πύθια κ. ά.-. Η λατρεία των αρχαίων θεών αντικαθίσταται πλέον από τη πίστη στο Χριστό, τη Θεοτόκο, τους Αποστόλους και τους Άγιους της Ορθοδοξίας.

Η ανάγκη του ελληνικού λαού για αθλητική άμιλλα, επιβίωσε  μέσα από τα ήθη και τα έθιμα, όπως λόγου χάριν στα πανηγύρια, στον περίβολο των εκκλησιών όπου τελούνταν υποτυπώδεις αγώνες, αλλά και στην προφορική της μορφή μέσα από τη λαϊκή ποίηση που επιβίωσε από στόμα σε στόμα μέχρι σήμερα.

Το τυπικό της διεξαγωγής έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με το αρχαίο τυπικό. Στον  πίνακα που ακολουθεί, μπορούμε να δούμε συγκριτικά, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των αρχαίων αγώνων με αυτά των λαϊκών αγώνων στις αυλές των εκκλησιών όπου εντοπίζονται ομοιότητες, παρά το γεγονός ότι τα “αρχαία, παγανιστικά ιερά” και οι αρχαίες αντιλήψεις αντικαταστάθηκαν από τους χριστιανικούς ναούς και τα χριστιανικά δόγματα.

 

 

ΑΡΧΑΙΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ

Χώρος

 

Αρχαίο Ιερό σε στάδια

Ναός, αυλή, περίβολος

Χρόνος

 

Τακτή ημερομηνία

Τακτή ημερομηνία (ημέρα εορτής του Αγίου)

Προς τιμή

Θεών, ημιθέων,

ηρώων

Προς τιμή του Χριστού (Ανάσταση),

της Παναγίας, των Αγίων

Θεοκρατική τελετή

Ιέρεια και το Ιερατείο

Ιερείς αναγιγνώσκουν το Ευαγγέλιο και

έχουν θέση επισήμου μαζί με τους επιτρόπους

Κοινωνικό-Οικονο-

μική Εκδήλωση

Εμποροπανήγυρις

Εμποροπανήγυρις

Φύλο αθλητού

Άνδρες της περιοχής

ή του ελληνικού χώρου

Άνδρες του χωριού ή των περιχώρων

 

Είναι γεγονός ότι πολλές φορές συναντούμε χριστιανικούς ναούς να έχουν χτιστεί στον ίδιο χώρο, στα ίδια θεμέλια και ίσως με τις ίδιες πέτρες  και τα ίδια υλικά του αρχαίου ναού. Οι αρχαίοι αγώνες τελούνταν κάθε έτος ή κάθε δύο, τρία ή τέσσερα χρόνια προς τιμήν ενός αρχαίου Θεού, ημίθεου ή ήρωα. Οι λαϊκοί αγώνες στη συνέχεια, κάθε χρόνο την ημέρα της εορτής του πολιούχου Αγίου, της Παναγίας και κυρίως την επόμενη ημέρα της Ανάστασης του Χριστού. Όχι βέβαια σε κάποιο στάδιο, αλλά στο περίβολο ή στον πλησιέστερο της εκκλησίας ακάλυπτο χώρο.

Γύρω από τους ναούς διοργανώνονται επίσης εμποροπανηγύρεις όπως ακριβώς και στους αρχαίους αγώνες. Για να δοθεί το σήμα έναρξης αυτών των αγώνων έπρεπε να έρθουν πρώτα στο χώρο ο ιερέας με το ευαγγέλιο και οι επίτροποι της εκκλησίας[1] Τα συνηθέστερα αγωνίσματα ήσαν το άλμα σε τριπλούν (τριάππηθκια), το άλμα σε μήκος, το δοκίμι, η πάλη, το τρέξιμο, η ιπποδρομία, ο «πάτσος-κλώτσος» (Παγκράτιον)[2] κ.α.

 

ΤΟ ΑΓΩΝΙΣΜΑ ΤΗΣ ΠΑΛΗΣ

Η πάλη που, ως αγώνισμα συντηρήθηκε από εθιμικούς (από τα παλικάρια του χωριού που τιμούσαν τα έθιμα του τόπου τους), αλλά κυρίως από περιοδεύοντες παλαιστές, κατείχε εξέχουσα θέση στη συνείδηση των Κυπρίων. Σύμφωνα μάλιστα με τον Γ. Λουκά (1874) περί τα τέλη του 19ου αι., κατά τη διάρκεια της πάλης, χρησιμοποιούσαν πολλές φορές τον αυλό (πυθκιαύλιν), παίζοντας τον ήχο “του παλληωμάτου”[3] όπως ακριβώς γινόταν και στους αρχαίους χρόνους. Αναφέρει, επίσης, ότι αλείβονταν με λάδι. Ο ίδιος συγγραφέας αφήνει να νοηθεί, πως αυτός ο θούριος είχε άμεση σχέση με το λαϊκό άσμα της πάλης του Διγενή με τον Χάρο.

Σώζεται πληθώρα από διηγήσεις και μύθους για τέτοιους θρυλικούς παλαιστές που περιόδευαν στα πανηγύρια και τις γιορτές και προκαλούσαν τα παλικάρια του χωριού σε αγώνα πάλης. Ως τέτοιο παράδειγμα, αναφέρουμε τον Γεώργιο Παλλήκαρο, από το Ριζοκάρπασο, πατέρα του διάσημου Κουταλιανού, που η φήμη του ταξίδεψε μέσα από τα τραγούδια της εποχής, ανά το πανελλήνιο. Παγκύπρια φήμη, εξάλλου, είχαν αρκετοί άλλοι Κύπριοι, όπως για παράδειγμα, ο καλόγερος Παρθένιος της Μονής Μαχαιρά[4] ο Αβραάμης Κύριος από του Μόρφου, ο Νικόλας Πεχλιβανάς (που στα τούρκικα μπεχλιβάν σημαίνει παλαιστής)[5] από το Ριζοκάρπασο κ.α.

 

Η ΠΑΛΗ ΣΤΙΣ ΚΥΠΡΙΑΚΕΣ ΠΑΡΑΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΑΚΡΙΤΙΚΟΥ ΚΥΚΛΟΥ

Η περιγραφή λοιπόν του αγωνίσματος αυτού στα βυζαντινά ποιήματα του Ακριτικού κύκλου (τα γνωστά ως παραλογές), αποτελεί μια πολύ φυσική εικόνα των εθίμων των κοινωνικών δεδομένων της εποχής εκείνης. Ερευνώντας τις Κυπριακές παραλογές διαπιστώνουμε ότι οι αναφορές είναι αρκετές για να οδηγηθούμε σε σχετικά με το αγώνισμα συμπεράσματα. Στις παραλογές αυτές ο θρύλος του παλαιστικού αγώνα μεταξύ Διγενή και Χάροντα, όπως αναφέρει ο Νικόλαος Πολίτης,[6] περιγράφεται, μαζί με μια Κρητική παραλογή, πολύ πιο λαμπρά και πλούσια από τις άλλες που συναντώνται στον υπόλοιπο ελληνικό χώρο.

Μέσα από τα έπη, διαφαίνεται η θέση που κατέχει το αγώνισμα αυτό στους δύσκολους, λόγω των επιδρομών από τους Άραβες και τους Σαρακηνούς, βυζαντινούς, μεταβυζαντινούς και μεσαιωνικούς χρόνους, προσαρμοσμένο από τεχνικής πλευράς, στις συνθήκες διαβίωσης και τα κοινωνικο-οικονομικά δεδομένα της εποχής. Είναι φανερό ότι τούτο ειδικά το αγώνισμα, ουδέποτε περιέπεσε σε αδράνεια, παρά το γεγονός της κατάργησης των γυμνικών αγώνων στα 394 μ.Χ. Προσαρμόστηκε στα καινούρια δεδομένα όχι πια ως διεθνής άμιλλα, αλλά με τη μορφή του τοπικού διαγωνισμού και επίδειξης ρώμης στα πανηγύρια, στοιχείων αναγκαίων τόσο για την επιβίωση της ταυτότητας, όσο και για την εξύψωση της αυτοπεποίθησης και του ηθικού του λαού.

 

 

Ο ΧΩΡΟΣ

Αρχικά, το πρώτο στοιχείο που παρατηρείται, είναι το γεγονός ότι σε όλες σχεδόν τις Κυπριακές παραλογές του ποιήματος, το επεισόδιο αυτό διαδραματίζεται σε κάποιο πανηγύρι: «‘ς την μέση του πανυρκού ηύρεν τους τρων τζαι πίννουν». Είναι δε αξιοσημείωτο,  όπως έχει ήδη αναφερθεί, το γεγονός ότι  όλοι οι αρχαίοι αθλητικοί αγώνες ήσαν μεγάλες «πανηγύρεις». Με αυτή  την ίδια ακριβώς λέξη τους συναντούμε στους αρχαίους συγγραφείς. Ο Αθηναίος λόγου χάριν αναφερόμενος  στη στιγμή του θανάτου του φιλόσοφου Χίλωνα, εντοπίζει πως  πέθανε τη στιγμή που φίλησε το γιο του Ολυμπιονίκη στην πυγμή , «Και όλοι οι παρευρισκόμενοι εις την πανήγυριν, με μεγάλες τιμές τον συνόδευσαν στην τελευταία κατοικία του»[7].

 

Η ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ – ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΛΗ

Οι πληροφορίες που διασώζει η παράδοση στα τέλη του 19ου αι.  και στις απαρχές του 20ου, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι αγώνες πάλης γίνονται μετά από πρόκληση κάποιου πλανόδιου παλαιστή, του πρωτοπαλίκαρου του χωριού ή κάποιου από τα γειτονικά χωριά, προς τους προσκυνητές.

Η πρόσκληση, ή μάλλον, πρόκληση, συνήθως περιλάμβανε ύβρεις και προσβλητικές φράσεις καθώς και υπονοούμενα για τον ανδρισμό και την παλικαριά των μελών της ομήγυρης ή προσφορά υλικών βραβείων, ή ακόμα και το δέλεαρ της αγάπης και του θαυμασμού των νεαρών κοριτσιών. Το στοιχείο της πρόκλησης στα Ακριτικά μας ποιήματα το βρίσκουμε στα λόγια του Χάροντα, που προκαλεί τον Διγενή ξεστομίζοντας με προσβλητικό τρόπο διάφορες φράσεις ή λέξεις, που σ’ όλες τις παραλλαγές είναι εξίσου ενδιαφέρουσες:

«..παρά ‘ρτα γιω ο Χάροντας τον κάλλιον σας να πάρω…

…ένι τζαι μακροδάκτυλος, ένι τζι’ αναρκοδόντας…»[8]

     ή  «Τζείνος ο χοντροδακτυλος τζείνος ο ναρκοδόντας

          τζείνον το παλληκάρις σας ,πώνι στο παναθύριν[9]

      ή «Έναν κοντόν κοντούτσικον τζαι χαμηλοβρακάτον

           πάνω η σέλλα χώννει τον  κάτω ξυκουτρουλλά τον

           ένι τζι αναρκοδόντικον τζιαι μαυρομουστάκατον»[10]

      ή «Ένας κοντός κοντούτσικος τζαι χαμηλοβρακάτος

           μέσα η σέλλα μπλέει τον τζι’ ο μαύρος αππηά τον»[11]

 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρουμε ότι ένα από τα απαραίτητα προσόντα των παλαιστών σύμφωνα με τις γνωστές αρχαίες αντιλήψεις, ήταν και τα χονδρά και μακριά δάκτυλα. Η αναφορά στα προσόντα αυτά είναι χαρακτηριστική: «Τζείνος ο χοντροδάκτυλος…» ή «Ένι τζαι μακριδάκτυλος…» ή «Πόσιει δακτύλια τορνευτά τζαι παμπακοστηχάτον…». Δεν θα πρέπει επίσης να αγνοήσουμε τη φράση «έναν κοντόν κοντούτσικον τζαι χαμηλοβρακάτον», γιατί όπως μας αναφέρει ο Φιλόστρατος 2ος μ.Χ αι. στον Γυμναστικό του: «γενναίοι των αθλητών και οι εν μικρώ μεγάλοι», μικρόσωμοι δηλαδή με αρμονικά συγκροτημένο σώμα και με ευσαρκία «…και παμπακοστηχάτον ( δηλαδή πλατύστερνος με δυνατούς θωρακικούς μύες στο στήθος). Αξίζει να σημειωθεί ότι από τα ποιήματα αυτά, απουσιάζει το στοιχείο της υπερβολής, πράγμα συχνό σε πανελλήνιες παραλλαγές όπου ο Διγενής παρουσιάζεται υπερφυσικός. Στις Κυπριακές παραλλαγές ο Διγενής έχει τα χαρακτηριστικά ενός κοινού ανθρώπου .

Στα λόγια του Χάροντα, μέσα από τους στίχους όλων των παραλλαγών διαφαίνονται ίχνη ειρωνείας και σαρκασμού. Δεν πρόκειται για πρόσκληση, μα για ξεκάθαρη πρόκληση γι’ αυτό και δικαιολογείται ο θυμός του Διγενή στο παρακάτω στίχο: «Που τ’ άκουσεν ο Δι(γ)ενής αρκώθην τζι εθυμώθην». Δεν θα ήταν δυνατό να θυμώσει για την επίκληση του θανάτου, που στο κάτω κάτω αποτελούσε φυσιολογική εξέλιξη στην ύπαρξη του ανθρώπου. Για να δημιουργηθεί όμως η πλοκή με το επεισόδιο της πάλης, ο ανώνυμος ποιητής σκιαγραφεί ένα Χάροντα αλαζόνα και υπεροπτικό, και τον παρουσιάζει να λέει λόγια προσβλητικά, όμοια μ’ εκείνα που έλεγαν οι πρωτοπαλαιστές στα πανηγύρια, για να εξαγριωθεί ο Διγενής, και ως φυσικό επακόλουθο ν’ αρχίσει η πάλη και μ’ αυτή την αφορμή να εξυμνηθούν οι ικανότητες του Διγενή.

Κορωνίδα των υβριστικών λόγων αποτελεί η λέξη «αναρκοδόντας» δηλαδή αυτός που έχει αραιά δόντια. Κατά δε τις φυσιογνωστικές δοξασίες του λαού οι αραιοδόντες είναι βραχύβιοι. Η δοξασία αυτή όπως φαίνεται, έχει τις ρίζες της στα αρχαία χρόνια. την μνημονεύει ο Αριστοτέλης : « Όσοι δε πλείους οδόντας έχουσι, μακροβιώτεροι ως επί το πλείστον είσιν, οι δ’ έλαττους και αραιοδόντες, ως επί το πολύ βραχυβιώτεροι»[12].Ο δε Πολυδεύκης: «Φησί δ’ Αριστοτέλης ελάτους μεν είναι των γυναικών παρά τους ανδρών οδόντας. Τούτων δε όσοι μεν πυκνούς έχουσι και συνεχείς, μακροβίους είναι, το δ’ ενάντιον οπόσαι αραιούς.»[13] Χρησιμοποιώντας τη λέξη «αναρκοδόντας» καθώς και με τον τόνο της φωνής του, ο Χάροντας επιχειρεί να τον πείσει ότι θα τον νικήσει, ότι λίγη ζωή του απομένει ακόμα. Παρόμοια λόγια μπορεί και σήμερα ακόμα να μεταχειριστεί κάποιος όταν θέλει να προκαλέσει κάποιο άλλο και να τον παρασύρει στην αποδοχή της πρόκλησης.

 

 

Η ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗΣ – ΤΟ ΕΠΑΘΛΟ

Ο Διγενής, λοιπόν, εξοργίζεται με τις ειρωνείες, τα υπονοούμενα και τις προσβολές αντιδρά βίαια και αποδέχεται την πρόσκληση:

«Κλωτσιάν των τάβλων έδωκεν, κλωτσιάν και των τσαέρων

και τα κανατοσκούτελλα πετά τα στον αέραν»

Η αποδοχή της πρόσκλησης του Χάρου οδηγεί στην πάλη όπου τα στοιχεία τεχνικής τα οποία συναντούμε στις διάφορες παραλλαγές, εδραιώνουν περισσότερο την άποψη μας την άρρηκτη συνέχιση του αγωνίσματος τούτου από τους αρχαίους χρόνους μέχρι και σήμερα. «Για μεν’ το λέεις Χάροντα, για μεν’ το συντυχάννεις;» απαντά με θάρρος και ανδρεία, στοιχεία που χαρακτήριζαν τους Ακρίτες της εποχής εκείνης. Στο σημείο αυτό παρουσιάζεται στο ποίημα η αναφορά για το έπαθλο. Προτείνει ο Διγενής να παλέψουν κι αν νικήσει να διατηρήσει τη ζωή του, σαν έπαθλο της νίκης του.

«Α! Θκειός σ’ αφίννω Χάροντα να πάμε στημ παλλιώστραν  αμ  με

νιτζίσεις Χάροντα έπαρε τημ ψυσιή μου» ΞΦ

ή «Τζι’ αν με νικήσεις Χάροντα, έβκαλε την ψυχήν μου τζί αν σε

νικήσω, Χάροντα, χάρισ’ μου την ζωή μου» Α.Σ

 

 

Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΣΤΡΑ – Η ΠΡΩΤΗ ΛΑΒΗ

Η σημασία και η προέλευσή του στίχου που ακολουθεί μας προβληματίζει ακόμα περισσότερο:      «Σιερκές – σιερκές επιάσασι τζι’ επήαν στην Παναίστραν» Α.Σ.

«Σιερκές – σιερκές επιάσασι τζαι στην παλιώστραν πάσιν» Ν.Π.

«Σιερκές – σιερκές επιάσασι τζαι πάσι στημ παλιώστραν» Ξ.Φ.

Θα ήταν όμως αδιανόητο να δεχθούμε ότι κατευθύνθηκαν στην παλαίστρα κρατώντας χέρι-χέρι, στάση που προϋποθέτει φιλική διάθεση. Πράγματι την ίδια φράση συναντούμε και σε άλλα δημοτικά ποιήματα, με εντελώς αντίθετο περιεχόμενο. Όπως στο ποίημα του «Φαζαγνή»:[14] «Επιάσασιν σιερκκές σιερκές τζαι πήαν στο πλουμίν της   

                                             τζαι ’κάτσαν τζαι κεντούσασιν τζι’ οι δκυό σ’ έναν τιλέρο»

ή στα «εκατόν λόγια»[15] (το οποίο είναι παραδοσιακό ποίημα) διαβάζουμε:

    «σιερκές σιερκές ειάσασιν σαν περτικοζευκάριν

      επήαν τζαι πλαγιάσασιν τζειμέσα στο κλινάριν...»

ή στην παραλογή «της Μαρουλλούς»:[16]«Σιερκές σιερκές επιάσασιν τζι’ επήαν στο κλινάριν»

 Τη φράση αυτή, όπως και άλλες, που μας θυμίζουν τις αντίστοιχες «τυπικές φράσεις», που και ο Όμηρος χρησιμοποιεί συχνά[17], τη συναντούμε σε πολλά ποιήματα που προέρχονται από διάφορες περιοχές του νησιού, φανερώνει την ύπαρξη ενός αρχικού, δημοφιλούς ποιήματος, διαδομένου ευρέως, που ίσως περιλάμβανε αυτές τις φράσεις σε κάποιο σημείο της πλοκής του. Από δω τις παρέλαβαν οι λαϊκοί ποιητάρηδες και επαναλαμβάνοντάς τες, ατόφιες ή ελαφρώς παραλλαγμένες, τις τοποθέτησαν στα διάφορα δημοτικά ποιήματα. Πιστεύουμε λοιπόν ότι, το «σιερκές-σιερκές επιάσασιν» θα πρέπει μάλλον να αναφέρεται στην αρχική λαβή, μεταξύ διγενή-Χάροντα, που οι αρχαίοι ονόμαζαν «Ακροχειριασμό».[18]

Στους Βυζαντινούς συναντούμε την «εξώκαρπον πάλην», την οποία αναφέρει ο Θεσσαλονίκης Ευστάθιος,[19] κατά τον ΙΒ’ αι. Γράφει σχετικά και ο Φ.Κούκουλες:

«Ήτο δι’ εξώκαρπος πάλη, ήτις νυν εν Κυνουρία λέγεται

χέρι με χέρι, ο τρόπος εκείνος του παλαίειν, καθ’ ον οι ανταγωνισταί

ελάμβαναν αλλήλους εκ του άνω μέρος  των καρποχείρων, των

καρπών δηλαδή των χειρών».[20]

Για να αρχίσουν όμως την πάλη με τη λαβή αυτή θα έπρεπε πρώτα να μπούνε στην παλαίστρα και μετά να συμπλακούν. Οπότε θα ήταν πιο σωστός ο στίχος αν διατυπωνόταν ως εξής: «Εις τημ παλιώστραν μπαίνουσιν σιερκές σιερκές αρπάσσουν» ή

      «μες τημ παλιώστραν έμπηκαν σιερκές σιερκές επιάαν».

Ίσως αρχικά να ήταν πράγματι έτσι. Όμως ο λαϊκός ποιητάρης[21], -πολλές φορές αγράμματος– ακολουθεί συνήθως το νόημα των αρχικών στίχων σχεδόν επακριβώς, συχνά όμως προσθέτει αυθαίρετα και κάτι δικό του, που του φαίνεται πιο ωραίο, και πιο οικείο ως άκουσμα ή αντίθετα αφαιρεί κάτι, ή ακόμα αλλάζει και τη σειρά των λέξεων, σε σημείο που κάποιες φορές μεταβάλλεται το νόημα του στίχου.

Ο Νικόλαος Πολίτης γράφει σχετικά: «Διότι παραλαμβάνει ο μεν λαός εκ της τεχνικής ποιήσεως, αλλά τα παραλαμβανόμενα αφομοιώνει προς τα ίδια, δια παραλήψεως στίχων και προσαρμογής των υπολοίπων προς τας ιδέας και το μουσικόν συναίσθημα αυτού»[22]

 

 

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΙΣΜΑΤΟΣ-ΠΑΛΑΙΣΤΙΚΑ ΤΕΧΝΑΣΜΑΤΑ 

Σε μια άλλη παραλογή[23] ο στίχος «σιερκές-σιερκές» αντικαθίσταται από τον παρακάτω όπου διαπιστώνουμε την ύπαρξη και σύγχρονων με τον ποιητάρη παλαιστικών συνηθειών: «άμα επεισκαλίσασιν, εδώσαν τζι’ επκιαστήκαν». Tην ίδια πληροφορία μας δίνει και ο Γ. Λουκάς[24]. Τα ίδια σχετικά με τα κτυπήματα, αναφέρει και ο Α. Σακελλάριος[25]: «Επί των γονάτων και των ποδών» καθώς επίσης αναφέρει και ο Γ. Παπαχαραλάμπους. Θα πρέπει να πιστέψουμε ότι ο στίχος αυτός δεν υπήρχε στο αρχικό ποίημα, αλλά είναι επινόηση κάποιου ποιητάρη που όμως αντανακλά, τις συνθήκες της εποχής του, χωρίς αυτό να αποκλείει την ύπαρξη της συνήθειας αυτής και κατά τους Βυζαντινούς χρόνους.

Υπήρχε ακόμα η συνήθεια να σκάβουν μικρές λακκούβες στο έδαφος, ώστε να μη γλιστρούν και να μπορούν να στηριχθούν και να ωθήσουν τον αντίπαλο πιο δυναμικά. Τούτο αποτελεί πρακτική εφαρμογή του νόμου Δράση-Αντίδραση. Κάτι ανάλογο συνέβαινε και στην αφετηρία της εκκίνησης των δρόμων ταχύτητας, τόσο στην αρχαιότητα όσο και στις αρχές του 20ου αιώνα. Λέγει το ποίημα: «Εβκάλαν αυλατζές χαμαί να παρ’ η γη το βάρος»[26] και ο στίχος αυτός όπως και ο προηγούμενος, απαντάται μόνο σε μία παραλογή, κι επομένως ούτε αυτός θα υπήρχε στην αρχική μορφή του ποιήματος.

Στη συνέχεια, σε όλες σχεδόν τις παραλλαγές, εντοπίζεται η μικροψυχία του Χάροντα – έτσι το θέλει ο λαός – για να τονισθεί ακόμα περισσότερο η ανδρεία και μεγαλοψυχία του Διγενή. Συμπαθεί δηλαδή ο λαός, όπως και στην αρχαιότητα, τους μεγαλόψυχους αθλητές.

«Τζι’ απολοήθη Χάροντας τζαι λέει τζαι λαλεί του

τζι’ αλαβροπιάσμε Διεννή για να σ’αλαβροπιάσω

τζι’αλαβροπιάνν’ο Διεννής και σφικτοπιάνν’ο Χάρος»(ΑΣ)

 

ή «τζει πόνωσεν ο Χάροντας πως εννα τον νιτζήσει

επολοήθην τζι είπεν του, του Διεννή τζαι λέει

τζαι χάμνα χάμνα Διεννη για να μεταπιαστούμεν

τζι’ εχάμνησεν ο Διεννής για να μεταπιαστούσιν»(ΝΠ)

και σε άλλη παραλογή: 

 «Αλαφροπκιάσ’ με Διγενή τζαι να αλαφροπκιάσω

 πέντε λεπτά διάστημα άφησ’ με για να πνάσω.

Αλαφροπκιάνν’ ο Διεννής τζι’ εσσώπκιασεν ο χάρος»[27]

 

Η άποψη που εκφράστηκε παραπάνω για τη μορφή του στίχου «Εις την παλιώστραν μπαίνουσιν, σιερκές-σιερκές αρπάσσουν» ενισχύεται, και το αρμονικό συνταίριασμά του από παλαιστικής πλευράς βέβαια, με τους τρεις στίχους του Α. Σακελλαρίου. Δηλαδή, είσοδος στο χώρο της παλαίστρας, αρχική λαβή που ο Χάροντας δεν αντέχει, και παράκληση από μέρους του για πιο ελαφρύ σφίξιμο.

 

ΠΑΛΑΙΣΤΙΚΕΣ ΛΑΒΕΣ

Η πλοκή της ποιητικής σύνθεσης ακολουθεί επομένως ένα λογικό ειρμό κάτι που δεν συνέβαινε μέχρι τώρα. Στο σημείο αυτό εμφανίζεται και το στοιχείο του δόλου, της πανουργίας, στοιχείο γνωστό, όπως φαίνεται, και στους αρχαίους γυμνικούς αγώνες[28] και το οποίο διακρίνεται σαφέστατα και σε μια κρητική παραλογή «Κι’ ο Χάροντας μ’ επιβουλιά βουλήθη να νικήσει»[29]

Μόνο έτσι θα μπορούσε να νικηθεί από τον Χάροντα ο ήρωας του ο Διγενής, τίμιος ακόμη και στην πάλη, που θα του στοίχιζε τη ζωή. Γιατί ήταν «ευθύς», «παλικάρι» και τέτοιον τον ήθελε και τον αγαπούσε ο λαός, κι έτσι τον εξύμνησε. Την ίδια εκτίμηση έτρεφαν και οι αρχαίοι για τους  «ευθυμάχας παλαιστάς»[30] - όπως ήταν και οι Σπαρτιάτες – που μόνο τους όπλο είχαν τη δύναμη και την ανδρεία τους. Οι Σπαρτιάτες παιδοτρίβες μάλιστα απέφευγαν να διδάξουν παλαιστικά κόλπα: «Ίνα μη τέχνης, αλλ’ αρετής αυτοίς η φιλοτιμία γίγνεται»[31]. Στην τελευταία παραλογή η συνέχεια των στίχων παρουσιάζεται πιο πλούσια όσον αφορά τις λεπτομέρειες σχετικά με την παλαιστική τέχνη.

«αλαφροπιάνν’ ο Διεννής τζι’ εσσώπιασεν ο Χάρος

τζαι τζειχαμέ του Διγενή ήρτεν του κακοφάνου

βουττά δεξιά του έπιασεχ, χαμαί ζαβρά τοβ βάλλει

φάνην του με τα νύσια του  τ’άντερα του να βκάλει»

 

Τη λαβή του πρώτου στίχου τη βρίσκουμε στα αρχαία παλαιστικά τεχνάσματα με την ονομασία «μέσον λαβείν» ή «μέσον λαμβάνειν» ή «μέσον αιρείν» ή «διαλαμβάνειν», αποτελεί δε τεχνική που βρίσκεται σε ευρεία χρήση και στους σημερινούς αγώνες.

Στη συνέχεια ξεφεύγοντας ο Διγενής από τη δόλια λαβή του Χάρου, χρησιμοποιεί το ίδιο παλαιστικό τέχνασμα και, αρπάζοντας τον Χάρο από τα δεξιά –γεγονός που λογικά μας οδηγεί στο να θεωρήσουμε ότι ο Διγενής ήταν δεξιόχειρας- τον ωθεί προς τα αριστερά, βάζοντας ταυτοχρόνως το δεξί του πόδι σαν εμπόδιο στη δεξιά μεριά του με αποτέλεσμα να χάσει ο Χάρος την ισορροπία του και να πέσει «χαμαί». Το παλαιστικό αυτό τέχνασμα, είχε στους αρχαίους χρόνους την ονομασία «αγκυρίζειν» ενώ στην εποχή μας χαρακτηρίζεται κοινώς ως τρικλοποδιά(ή, «κλάππα», στην Κυπριακή τοπολαλιά). Αν όμως αντί του δεξιού ποδιού έβαζε το αριστερό σαν εμπόδιο, κτυπώντας πίσω στην ιγνυακή χώρα του ποδιού του Χάροντα, τότε θα επρόκειτο για το παλαιστικό τέχνασμα «Ιγνύων αφαίρεσις».

Σε μια άλλη παραλογή μας δίδεται ένα εξίσου σημαντικό τέχνασμα:

«Πα’ στα τρία τα μερόνυχτα τζαι πα’ στες τρεις ημέρες,

κρογονατίζει ο Διγενής, να σου τον Χάρο κάτω»[32].

Χαμήλωσε δηλαδή το κέντρο βάρους του σώματός του σημαντικά, αποκτώντας γερό έρεισμα και συνεπώς αύξηση της δύναμής του, ενώ ταυτοχρόνως τράβηξε το Χάρο ο οποίος έχασε την ισορροπία του από τη δεξιά ή την αριστερή πλευρά.

 

Η ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΙΣΜΑΤΟΣ

Οι στίχοι που ακολουθούν, στις πιο πολλές παραλλαγές, μας φέρνουν ολοένα και πιο κοντά στο αρχαίο παρελθόν.

«τζει που ΄πιαννεν ο Χάροντας τα γαίματα πιτούσαν

τζει ‘πού πιαννεν ο Διενής τα κοκάλα ελιούσαν

τζι’ εδώκαν τζι’ επαλιώννασιν τρεις νύχτες ,τρεις ημέρες

στα τρία τα μερόνυχτα ο Διεννής νικά τον» (ΑΣ)

 

ή       «τζαι τζείνοι επαλλιώννασιν τρία ημερονύχτια

           τζει πόπκιαννεν ο Διεννής τα κόκκαλα ελυούσαν

           τζει πόπκιαννεν ο Χάροντας τα γαίματα  πιτούσαν» (ΞΦ)

 

Όμως και στους αρχαίους αγώνες, συναντούνται επίσης παρόμοιες περιπτώσεις δύναμης και αντοχής. Για παράδειγμα, έχουμε τον πυγμαχικό αγώνα[33] μεταξύ των Κρεύγα Επιδάμνιου και Δαμοξένου Συρακουσίου που διήρκεσε από το πρωί μέχρι τη νύχτα και θα διαρκούσε ακόμη περισσότερο αν δεν διακοπτόταν από τους κριτές. Κι ακόμα η σκληρότητα αυτή με τα «κόκκαλα που ελυούσαν» και τα «γαίματα που πιτούσαν» μας φέρνει στο νου επεισόδια από αρχαίους αγώνες. Τότε που δεν υπήρχαν διατάξεις για την προστασία της ζωής και την αρτιμέλεια των αθλητών. Μέχρι και σπασίματα επιτρέπονταν, και μάλιστα, έχουμε την περίπτωση του Λεοντίσκου του Μεσσήνιου που πάντα νικούσε τους αντιπάλους του σπάζοντας τα δάκτυλά τους.[34] Ή άλλων που άφησαν την τελευταία τους πνοή παλεύοντας, χωρίς ποτέ να τιμωρηθεί κανείς για τούτο, διότι επιτρεπόταν, αν βεβαίως η διεξαγωγή του αγώνα συντελείτο σύμφωνα με τις εναγώνιες διατάξεις.

Τελικά ο Διγενής νικά τον Χάροντα και ο δεύτερος επικαλείται τον Θεό, παρακαλώντας έμμεσα για βοήθεια κι ο Θεός, για να εκπληρωθεί η αποστολή του Χάροντα, του δίδει υπερφυσικές ικανότητες.

«ς’ τα τρία τα μερόνυχτα ο Διεννής νικά τον.

Τζι’ άννοιξεν τες αγκάλες του τζαι τον θεόν δοξάζει

Δοξάζω σε καλέ θεέ πού σαι ‘ς  τα ψηλωμένα

Τζι’ όπου γινώσκεις τα κρυφά τζαι τα φανερωμένα

Το πλάσμαν ‘που μου έπεψες ’βκήκεν αντρεικωμένον»

Και σε άλλη παραλογή[35]:

«Τηδ δύναμη που μου ‘δωκες ο Διενής τημ παίρνει,

όπκοιος δοξάζει τοθ Θεόν εν’ η δουλειά του ράστιν».

Και αφού ο Χάροντας απέτυχε, αποκτά όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ιδιαίτερες υπερφυσικές δυνάμεις ώστε να μπορέσει να πάρει τη ψυχή του Διγενή:

«Χρυσός ατός εγίνηκεν ‘πάνω’ς την τζεφαλήν του,

τζι έσγαφτεν με το’ νύσσιν του να βκάλει τηψ ψυσιήν του».

Έτσι, με αυτή την κατάληξη του ποιήματος, τη νίκη δηλαδή του Διγενή, ικανοποιείται το λαϊκό συναίσθημα αλλά και η εξιστόρηση παίρνει τη φυσιολογική της τροπή. Ενδεχομένως η πραγματικότητα να είναι πολύ διαφορετική και πιθανότατα η πάλη να αντιπροσωπεύει την παραβολική απεικόνιση του ψυχομαχητού του Διγενή. Πρόκειται για ζήτημα που θα μπορούσε σε άλλη περίσταση να αναλυθεί.

Ο σκοπός της παρούσας εργασίας, όπως ήδη αναφέρθηκε επικεντρώνεται στο να επισημανθεί, μέσα από τις κυπριακές παραλογές της πάλης μεταξύ του Διγενή και του Χάροντα, η στενή σχέση μεταξύ των αρχαίων αγώνων και των βυζαντινών-μεταβυζαντινών, καθώς και η συνέχειά τους κατά τους νεότερους χρόνους στην Κύπρο

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

1.  Λαογραφική Κύπρος.(1983). σ.51 (Παλαιχώρι)

2 . ο.π. σ.100

3 . Γ. Λουκά. (1874). «Φιλολογικαί Επισκέψεις», σ. 101

4 . Νέαρχος Κληρίδης.(1954). «Θρύλοι και παραδόσεις της Κύπρου» σ.62-64

5. Παπαμιχαήλ Παναγιώτης.«Ένας πραγματικός Ηρακλής Το παλληκάρι του Ριζοκαρπάσου». Φιλελευθερος,11/01/1984

6.  Νικόλαου Γ. Πολίτου. (1909).Λαογραφία Α΄, σ. 179, «…είναι το αρτιώτατον και πληρέστατον…»

7.  Αθήναιος, «Δειπνοσοφιστές», Α΄, 3, 72 Εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 1975, σ.76 «Και αυτόν πάντες οι κατά την πανήγυριν εντιμότατα παρέπεμψαν»

8.  Αθανάσιου Σακελάριου .(1892). Τα Κυπριακά,Β,σ.26,( ΑΣ)

9.  Λαογραφία.(1909). Α΄,208,(ΝΠ)

10.  Ξενοφών Φαρμακίδη.(1926 ). Κύπρια Έπη,σ.5 (ΞΦ)

11.   «Φιλολογική Κύπρος».(1966).σ.148,(Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών ΚΕΕ,  109.1,Ακρ.1β) 

12.  Αριστοτέλη , Ζ, Ιστορ. Β, γ΄13

13.  Ι. Πολυδεύκη, «Ονομαστικός», Β, 94. Βλ. επίσης «Ψευδοπολέμωνος φυσιογνωμικά ”, κεφ.21, στο Fooster Script Physiognom Τ.11, σ.158, 19 κ.ε,δ κεφ.7, σ.153, 14. Επίσης Αβουβέκρ Ραζή, Περί Ιατρικής, Β, ο.π., σ.168,8

14.  Χρύσανθου Κυπριανού.(1971). «Το Παγκύπριον Γυμνάσιον και η Λαογραφία», τομ. Δ, σ.22

15.  ό.π. .(1971). σ.106

16.  ό.π. (1969).τόμος Γ΄, σ.19

17.  Ι.Θ. Κακριδή. (1979).  «Ξαναγυρίζοντας στον ¨Ομηρο», , σ.119

18.  Πλάτωνος, «Αλκιβιάδης», ΙV «Τισί  χρη προσπαλαίειν και τίσι ακροχειρίζεσθαι και τίνα τρόπον»

19.  Φ.Κουκουλέ.(1949). «Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός», Γ’ τόμος , σ.98. «…ή παρά τοις ιδιώταις εξώκαρπος πάλη»

20.  Για τη σχέση και τους δεσμούς Κύπρου-Αρκαδίας (επομένως και Κυνουρίας), βλ. Βαγενάς Θάνος. (1977). «Χρονικά των Αρκάδων», Αφιέρωμα Αρκαδία – Κύπρος.

21.  Με την φράση  «λαϊκός ποιητάρης», δεν  αναφέρουμε εδώ  μόνο τους επαγγελματίες ποιητάρηδες αλλά και τον εκάστοτε λαϊκό φορέα  που από πάππο προς πάππο διασώζει το ποίημα απαγγέλλοντας το, όχι σε περιοδείες και πανηγύρια, αλλά σε  οικογενειακές συγκεντρώσεις .

22.   «Λαογραφία».(1909). Α΄, σ.170

23.  «Κυπριακαί Σπουδαί».(1963).Κ Ζ΄. σ.56 (G. Papacharalambous  «Akritik and Homeric poetry  »)

24. Γ.Λουκά.(1874). «Φιλολογικαί Επισκέψεις», σ.100

25.  «Τα Κυπριακά» Α΄ 1890, σ.628

26.  «Κυπριακαί Σπουδαί».(1963).ΚΖ΄. σ.56

27.  «Κυπριακαί Σπουδαί».( 1963).ΚΖ΄.G. Papacharalambous

28.  «Η γαρ πάλη μοι δοκοί τω παλεύειν, όπερ έστι δολούν και καταβάλλειν δι’ απάτης κεκλήσθαι», Πλούταρχου, «Ηθικά», βιβλ.2, προβλ. δ, στ.12 d. Ο Πλάτωνας επίσης το χαρακτηρίζει  «Τεχνικώτατον και πανουργότατον των αθλημάτων».

29.  N. Πολίτη, «Λαογραφία».(1909). Α΄. σ.256

30.  Τέτοιος αθλητής για παράδειγμα ήταν ο Διαγόρας ο Ρόδιος

31.  Πλουτάρχου, «Λακωνικά Επιτηδεύματα», 169, 47

32.  «Κυπριακαί Σπουδαί».(1963).ΚΖ΄ , σ.49, στ.187

33.  Παυσανία «Ελλάδος Περιήγησις», 8΄, 40,3 και Ε. Παυλίνη.(1977). «Ιστορία της Γυμναστικής»  

34.  ο.π. Παυσανία  8.4, 3 «…νικάν δε αυτόν κλώντα τους δακτύλους» Ο δε Σικυώνιος Σώστρατος που είχε νικήσει Παγκράτιο 12 φορές στα Νέμεα και Ίσθμια, 2 στα Πύθια και 3 στα Ολύμπια, ονομάσθηκε «Ακροχερσίτης», γιατί έσπαζε τα δάκτυλα των αντιπάλων του. (ο.π. Παυλίνη.(1977). σ.57)

35.   Κυπριακαί Σπουδαί.(1963).ΚΖ΄ , σ.56 (Γ΄παραλογή)