Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΕΣΗΣ  ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΚΑΙ Η  ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗΣ

=======================

                                                                                    Παρασκευάς Μ. Σαμάρας

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ - Η ΓΕΝΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Κατά τον 19ο αιώνα, η εκπαίδευση στην Κύπρο ήταν μικρής εμβέλειας και ασφαλώς πολύ μακριά από τα ευρωπαϊκά πρότυπα της εποχής. Αναφέρω ενδεικτικά ότι   κατά το 1840 λειτουργούσαν 10 σχολεία[1]. Επίσημα στοιχεία που συλλέχθηκαν από τις εκκλησιαστικές αρχές του τόπου το 1860, κατόπιν εντολής της Υψηλής Πύλης[2], εμφανίζουν τη λειτουργία 22 σχολείων με σύνολο 1179 μαθητών από τους οποίους οι 171 ήσαν μαθήτριες σε παρθεναγωγεία.

Το 1878, όταν οι Άγγλοι ανέλαβαν την διακυβέρνηση του νησιού, η εκπαίδευση στην Κύπρο ήταν περίπου υποτυπώδης, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού όπως εξάλλου και σε όλο τον τουρκοκρατούμενο χώρο, ήσαν αγράμματοι. Υπολογίζεται ότι σε ολόκληρο το νησί λειτουργούσαν[3] τότε μόνο 83 ελληνικά σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης και 65 τουρκικά, ενώ σε πολλά χωριά παρεχόταν από ιερείς ή άλλους μια εντελώς βασική μόρφωση που συνίστατο κυρίως στη μη ικανοποιητική διδασκαλία γραφής και ανάγνωσης.

Ο Φίλιππος Γεωργίου, στο βιβλίο του «Ειδήσεις ιστορικαί περί της εκκλησίας της Κύπρου  » (1875),αναφέρει ότι στις πόλεις Λευκωσία, Λάρνακα και Λεμεσό λειτουργούσαν σχολεία ελληνικά αλληλοδιδακτικά και Παρθεναγωγεία.

Στη Λευκωσία που κατοικείτο από 5900 Χριστιανούς υπήρχαν ένα ελληνικό, ένα αλληλοδιδακτικό και ένα παρθεναγωγείο.

Η ύπαρξη της Ελληνικής Σχολής χρονολογείται από το 1830, και πολλοί από όσους αποφοίτησαν απ’ αυτήν πήγαιναν στα γύρω χωριά και ίδρυαν σχολεία στα οποία δίδασκαν. Η αλληλοδιδακτική Σχολή, ιδρύθηκε το 1831 και αριθμούσε 3 διδασκάλους.[4]

Τα εκπαιδευτήρια αυτά ιδρύθηκαν και συντηρούνταν από τακτικές και έκτακτες συνεισφορές των Ιερών Μονών, των εκκλησιών, και των πολιτών. Οι μαθητές που φοιτούσαν ανέρχονται στους 445 από τους οποίους 55 φοιτούσαν στην ελληνική, 250 στην αλληλοδιδακτική, και 140 στο Παρθεναγωγείο. Οι μαθητές φοιτούσαν τακτικά και οι πλείστοι ήταν άποροι, στερούνταν όχι μόνο των αναγκαίων βιβλίων αλλά ακόμα και τον άρτο. Ο Αρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος τους χορηγούσε  την διατροφή , η δε σχολή τα αναγκαία βιβλία. Κατά το 1845 στη Λευκωσία ιδρύθηκαν σχολεία και για τα δυο φύλα με το Αλληλοδιδακτικό σύστημα που ήδη από το 1830 λειτουργούσε στη Λάρνακα, όπου κατοικούσαν πολλοί Επτανήσιοι. Θερμός υποστηρικτής του Αλληλοδιδακτικού ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας[5] , ο οποίος το εφάρμοσε κατά πρώτον, στο ορφανοτροφείο της Αίγινας.

Στη Λάρνακα υπήρχε μια ελληνική σχολή που ιδρύθηκε το 1812 και στην οποία δίδασκαν δύο τελειόφοιτοι του Πανεπιστημίου Αθηνών και δύο ακόμα διδάσκαλοι, ο ένας της Γαλλικής και ο άλλος της Ιταλικής. Στα 1822 ιδρύθηκε το Σχολαρχείο από τον Δημήτριο Θεμιστοκλέα, που δίδαξε και στη Λεμεσό. Η Λάρνακα ως κέντρο ευρωπαϊκής παροικίας, όπου είχε την έδρα του ο εμπορικός οίκος Διάπ, με τον οποίο συνεργάζονταν οι Θησείς, μπορούσε να ήταν και χώρος κατ’ ευθείαν εισδοχής νέων μεθόδων διδακτικών και ως εκ τούτου από το 1830 στη Λάρνακα υπήρχε και μία αλληλοδιδακτική σχολή αρρένων. Υπήρχαν επίσης και δύο παρθεναγωγεία διοικούμενα από διδασκάλισσες τελειόφοιτες της Αρσακείου.

Στη Λεμεσό, η πρώτη ελληνική σχολή ιδρύθηκε το 1819 και συντηρείτο από τις ετήσιες συνδρομές των κατοίκων, αλλά και άλλων, μεταξύ των οποίων του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανό ο οποίος συνεισέφερε 6000 γρόσια ισοδύναμο ποσό με 240 λίρες περίπου με αξία προπολεμική, γιατί κάθε γρόσι ισοδυναμούσε με ένα προπολεμικό φράγκο. Ο πρώτος διδάσκαλος της σχολής ήταν ο Δημήτριος Θεμιστοκλής ο οποίος υπήρξε ένας από τους άριστους διδασκάλους της Κύπρου. Κατά τα έτη 1821-1833 δίδασκαν στοιχειώδη γράμματα οι ιερείς. Κατά το 1834 ιδρύθηκε το πρώτο αλληλοδιδακτικό από τον Γεώργιο Σαλλουμίδη, ο οποίος ήλθε στην Κύπρο από το ορφανοτροφείο της Αίγινας. Σε αυτό το αλληλοδιδακτικό σχολείο μαθήτευσε και ο μετέπειτα Σχολάρχης Λεμεσού Δημήτριος Λανίτης Νικολαίδης.

Τα μαθήματα που διδάσκονταν ήταν η ανάγνωση, η γραφή, η χειροτεχνία, και άλλα μαθήματα της αλληλοδιδακτικής μεθόδου. Υπήρχαν επίσης και άλλα εκκλησιαστικά σχολεία σε αρκετά χωριά όπου διδάσκονταν την παιδαγωγίαν οκτωήχου, το ψαλτήρι, τον Απόστολο και γραφή στο χώρο κυρίως της Εκκλησίας.

Είναι γνωστό ότι η σωματική άσκηση δεν περιλαμβανόταν στην αλληλοδιδακτική μέθοδο. Εξάλλου ούτε και οι κατοχικοί δυνάστες θα μπορούσαν να ανεχθούν ένα τέτοιο μάθημα η έστω παιγνίδια που δημιουργούσαν ευφορία και χαρά στους ραγιάδες. Πέραν όμως τούτου θα πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι ακόμα και στο ελεύθερο Ελληνικό κράτος το μάθημα της «σωμασκίας» εισήχθη το 1862[6] με αφορμή και τις προσπάθειες για αναβίωση των Ολυμπιακών αγώνων. Δίδασκαν δε αξιωματικοί του στρατού. Η Γυμναστική όμως έπρεπε να διδάσκεται σε ώρες που δεν διδάσκονταν άλλα μαθήματα[7]. Μόνο κατά το 1877 θα δούμε να μπαίνει επίσημα στο ωρολόγιο πρόγραμμα[8] η Γυμναστική παράλληλα με την Οπλασκία.

 

 Η ΜΕΣΗ   ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ  ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΚΑΙ Η  ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΑΓΓΛΟΚΡΑΤΙΑΣ

            Μέσα στα κοινωνικοπολιτικά και αθλητικά δεδομένα των δύο  τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα όπως περιγράφηκαν σε προηγούμενα κεφάλαια, και υπό το βάρος της καταπιεστικής Αγγλικής κατοχής, με την ολοένα ογκούμενη τάση των Ελλήνων της μεγαλονήσου για απελευθέρωση, ανεξαρτησία και ένωση με τον κύριο ελλαδικό κορμό, εμφανίζεται  και ο θεσμός της Mέσης εκπαίδευσης με την ίδρυση του Παγκυπρίου Γυμνασίου το 1893.

Μέχρι τότε οι μαθητές, που αποφοιτούσαν το Δημοτικό και επιθυμούσαν να αποκτήσουν “Δίπλωμα” Μέσης εκπαίδευσης, κατευθύνονταν προς την Αθήνα, τη Σμύρνη, τη Σύρο, την Κωνσταντινούπολη ή ακόμα και τη Συρία για εκμάθηση ξένων γλωσσών.

Στη Σύρο, κατά τα έτη 1829-1835, στα πλαίσια του ερευνητικού μας προγράμματος που προσφάτως πραγματοποιήθηκε, εντοπίστηκαν 300 περίπου Κύπριοι δημότες στο αρχείο  του Δημοτολογίου της πόλης, καθώς επίσης και αρκετοί εγγεγραμμένοι μαθητές στα μαθητολόγια της Σύρου.

Ο Πρόξενος της  Ελλάδας Δημήτριος Μαργαρίτης γράφει σχετικά στην ετήσια προξενική αναφορά του: “Διότι... αφ  ης  διωρίσθην  εν  Κύπρω (1846)  πλείστοι  νέοι  Κύπριοι  εφοίτησαν  και  φοιτώσι  στα  Γυμνάσια  των  Αθηνών  και  της  Σύρου  και  τινές  ήδη  εις  το  Πανεπιστήμιο  προήχθησαν,  ενώ  προ  της  ενταύθα  ελεύσεως  μου  σπανιώτατοι  ήσαν  οι  εις  την  Ελλάδα  προς  εκπαίδευσιν  αποστελλόμενοι[9].

Αμέσως μετά τις εξαγγελίες του σουλτάνου με το Hatti Humayun(1856) που προνοούσε ισότητα και κάποια μορφή ελευθερίας στις τάξεις των υπηκόων, ραγιάδων χριστιανών και μουσουλμάνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στην Κύπρο έγινε προσπάθεια σύστασης “Ελληνικού Γυμνασίου” από τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Μακάριο Α΄ (1849-1865) και τον Μητροπολίτη Κιτίου Μελέτιο, με απώτερο σκοπό την “αποστολή  νέων  εις τα  Πανεπιστήμια  της εσπερίας  Ευρώπης  προς  εκπαίδευσιν[10]. Η προσπάθεια αυτή δεν τελεσφόρησε, λόγω, προφανώς της τουρκικής κακοδιοίκησης και αδιαλλαξίας, η οποία εντάθηκε μετά την εξαγγελία του Hatti Humayun. Συστάθηκε όμως επί αρχιερατείας του, το 1857 το πρώτο Παρθεναγωγείο στη Λευκωσία.[11]

Ήδη από το 1884 εμφανίζονται δειλά κάποια δημοσιεύματα στον τύπο της εποχής τα οποία αναφέρονται στα θετικά της ίδρυσης Γυμνασίου[12]. Τα δημοσιεύματα μέχρι το 1888, μοιάζουν  να θεωρούν την ιδέα ως ευσεβή πόθο και ως ρομαντική σκέψη,[13] ενώ την επόμενη χρονιά αρχίζουν να παραπονούνται για την αδράνεια της Κυπριακής αδελφότητας στην Αλεξάνδρεια να αναλάβει το έργο της ίδρυσης[14]. Σε δημοσιεύματα εφημερίδων εξάλλου, θα εντοπισθεί ότι σε άλλα μέρη του Ελληνισμού έχουν ήδη προ ετών αναγνωρισθεί πλήρη Γυμνάσια (Για παράδειγμα στην Νεάπολη Κρήτης το 1884, στην Αλεξάνδρεια το 1889).[15]

Ο έντονος προβληματισμός και τα σχετικά διαβήματα πάντως ξεκίνησαν το 1889 αφού υπήρξε σοβαρή σκέψη να ιδρυθεί Γυμνάσιο στη Λάρνακα. Τα διαβήματα απέφεραν καρπούς το 1893 με την ίδρυση του Παγκυπρίου Γυμνασίου, κατά τα Ελλαδικά πρότυπα, στη Λευκωσία[16]. Το ίδρυμα υποστηριζόταν από οικειοθελείς προσφερόμενες συνδρομές από όλα τα μέρη της Κύπρου, Μητροπόλεις, Μονές και Εκκλησίες. Το διδακτικό προσωπικό απαρτιζόταν από τον Διευθυντή και πέντε βοηθούς και δύο διδασκάλους των Αγγλικών και των Γαλλικών. Η συνολική αμοιβή όλου του διδακτικού προσωπικού ανερχόταν στις 825 λίρες και ο συνολικός αριθμός των μαθητών ήταν 97. Την ευθύνη για τη λειτουργία του σχολείου, δηλαδή τις προσλήψεις, τα προγράμματα και τη διοίκηση, την είχε η Σχολική Εφορεία. Με την ίδια μέθοδο θα λειτουργήσουν τα Γυμνάσια και σε κάθε πόλη αργότερα, μετά την ίδρυση τους.

Μέχρι το 1905 ως σχολή μέσης εκπαίδευσης αναγνωριζόταν μόνο το Παγκύπριο Γυμνάσιο της Λευκωσίας, ενώ από τα τουρκικά εκπαιδευτήρια της Κύπρου ως σχολές μέσης εκπαίδευσης αναγνωρίζονταν το Ιδαδί και το Βικτοριανό Παρθεναγωγείο της Λευκωσίας (Νόμος 10 του 1905). Τον επόμενο χρόνο 1906 αναγνωρίστηκαν ως ημιγυμνάσια οι Ελληνικές Σχολές Λεμεσού και Πάφου, ενώ εκείνη της Λάρνακας μετατράπηκε το 1911 σε Εμπορικό Λύκειο.

 

Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗΣ ΣΤΟ ΣΧΟΛΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Το μάθημα της Γυμναστικής εντάσσεται για πρώτη φορά το 1891 στο πρόγραμμα του Δημοτικού Σχολείου στη Λευκωσία[17] μετά από απόφαση της Σχολικής Επιτροπής[18]: “χάριν  της  σωματικής  ασκήσεως  της  εν  τοις  σχολείοις  της  ημετέρας  πόλεως  σπουδάζουσης  νεολαίας”.

Την επόμενη χρονιά[19] (15/27 Ιουνίου 1892) με επιστολή που απευθύνεται στον Ιωάννη Φωκιανό, Διευθυντή του Γυμναστηρίου στην Αθήνα, η Σχολική Επιτροπή ζητά απ’ αυτόν να τους  αποστείλει συγκεκριμένα όργανα γύμνασης που του παραγγέλλουν.

Στο πρόγραμμα του Γυμνασίου, το μάθημα της Φυσικής Αγωγής συμπεριλήφθηκε ευθύς εξ’ αρχής, και πρώτος διδάσκων υπήρξε ο Δάσκαλος Ιωάννης Φαβατάς μέχρι και το σχολικό έτος 1894-95. Στην ανάγκη για καθιέρωση της Φυσικής Αγωγής στο σχολικό πρόγραμμα του Γυμνασίου, σημαντικό ρόλο έπαιξε το γεγονός ότι, ήδη από τις 25 Μαρτίου 1885 διοργανώνονται αγώνες στίβου σε Δημοτικά σχολεία στη Λεμεσό και άλλού, πράγμα που παγίωσε στη σκέψη του μέσου πολίτη, την ανάγκη ένταξης αυτών των δραστηριοτήτων στα πλαίσια φοίτησης στο Γυμνάσιο. Ας  σημειωθεί όμως, ότι οι δραστηριότητες αυτές διεξήγοντο εκτός  σχολικού προγράμματος.

Η καθιέρωση του μαθήματος της Φυσικής Αγωγής είχε να αντιμετωπίσει, όχι μόνο τη «στενή» νοοτροπία και τις προκαταλήψεις της εποχής όσον  αφορά την αναγκαιότητα ή τη θέση του στο ωρολόγιο πρόγραμμα, αλλά και την απουσία ειδικών, σπουδαγμένων επί του θέματος στην  Κύπρο.

            Οι πρώτοι Γυμναστές εξάλλου είναι γεγονός ότι  αντιμετωπίζονταν από τις  σχολικές εφορίες ως  κάτι αναγκαίο μεν  αλλά  όχι και ουσιώδες. Αυτού  του  είδους  η  αντιμετώπιση οφειλόταν ασφαλώς από τη μια στις δύσκολες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της  εποχής (Αγγλική κατοχή, φτώχεια, χαμηλό επίπεδο  μόρφωσης) και απ’ την άλλη στην πλήρη άγνοια των όσων εμπλέκονταν στο θέμα της πρόσληψης προσωπικού και τον καταρτισμός  προγραμμάτων για  τα οφέλη από  τη γύμναση.

 

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗΣ

            Το 1894-95 ως  Γυμναστής  εργάστηκε, όπως  ήδη  αναφέρθηκε, ο δάσκαλος Ιωάννης Φαβατάς. Γι’ αυτόν  δεν γνωρίζουμε  πολλά,  φαίνεται όμως ότι η  συνεργασία δεν συνεχίστηκε, είτε επειδή  ο  ίδιος δεν  ήθελε  είτε διότι η  επιτροπή, ενόψει των Ολυμπιακών  αγώνων στην  Αθήνα,  ήθελε  κάποιον  πιο  έμπειρο  και  ικανό.

            Η δυσκολία  εξεύρεσης Γυμναστή φαίνεται  απ’  την προσπάθεια  που  κατέβαλε ο Αρχιεπίσκοπος  Κύπρου  Σωφρόνιος, ως Πρόεδρος της  Σχολικής  Εφορίας  για  να  καλέσει  από  την  Ελλάδα  Γυμναστή το  1895. Δύο χρόνια  δηλαδή μετά  την  ίδρυση  του  Παγκυπρίου. Σύμφωνα  με  τα  πρακτικά  της  Σχολικής Επιτροπής[20], στις  31  Μαΐου  1895 έστειλε  επιστολή  ζητώντας  από  τον  Ιωάννη  Φωκιανό, ο  οποίος  ήταν  αναγνωρισμένος  ανά  το  Πανελλήνιο  για  την  δραστηριότητα  του  και  εθεωρείτο  μάλιστα  ως  ο  πατέρας  της  Γυμναστικής,  να  του  συστήσει  κάποιον  για  τη  θέση  του  Γυμναστή  στο  Παγκύπριο  Γυμνάσιο.

            Ο  Φωκιανός  θα  απαντήσει  στις  10 Ιουνίου 1895  από  την  Αθήνα  “μετά  πολλής  δυσκολίας  ευρέθη  κατάλληλος  Γυμναστής  δυνάμενος  να  εγκαταλείψει  τας  Αθήνας,  τοιούτος  δε  είναι  ο  Ιωάννης  Στροπίλης[21] ο οποίος  είχε  ιδρύσει  το  Γυμναστήριο στη  Σύρο και  δίδασκε  για πολλά χρόνια τη  Γυμναστική. Αναφέρει μάλιστα  ο  Φωκιανός  ότι  ο Ιωάννης Στροπίλης  ζητά  μισθό  66  λιρών  ετησίως  και  επίσης  τα  έξοδα  της  μετάβασης.

            Το θέμα  προβλημάτισε την  Σχολική  Επιτροπή  που  αντιπρότεινε[22]  στις  23 Αυγούστου στον  Φωκιανό “να  συμβληθή  μετά  του  υποδειχθέντος  καθηγητού  της  Γυμναστικής  κ. Στροπίλη  επί  περίοδον  διετή  ή  τριετή  υπό  τους  όρους  τους  διαλαμβανομένους  εν  τη  υπό  ημερομηνίαν  31  Μαίου  95  επιστολή  της  επιτροπής  επί  πληρωμή  66  ετησίως  άνευ  ουδενός  άλλου  επιδόματος”.

            Φαίνεται  όμως  ότι  δεν  επήλθε  συμφωνία  αφού  πουθενά  δεν  μνημονεύεται  η  παρουσία  του  εν  λόγω  Γυμναστή  στην  Κύπρο  και  αντί  αυτού  μάλλον  προσελήφθη  ο  Δημήτριος  Διακάκης  για  το σχολικό έτος 1895-96.

            Θα  τον ακολουθήσει  ο Νικόλαος Κοσυφάκης  για  τον  οποίο  ο  μισθός  θα  ανέλθει  στις  80  λίρες, με  επιπλέον  τα  έξοδα  μετάβασης στην  Κύπρο. Για  τον  ίδιον  γνωρίζουμε  ότι  διορίστηκε το σχολικό έτος 1898-99.

            Η  προσπάθεια  της  επιτροπής  για  εξασφάλιση  έμπειρου  και ικανού  Γυμναστή  το  1895  έχει  σίγουρα  σχέση  με  το  ενδιαφέρον  που  προκάλεσε  ανά  το  Πανελλήνιο  η  επικείμενη  διοργάνωση  των  Ολυμπιακών  Αγώνων  στην  Αθήνα. Εξ’ άλλου η συμμετοχή των νεοϊδρυθέντων τότε  Γυμναστικών  Συλλόγων Γ.Σ.Ο (1892) και Γ.Σ.Π (1894) στους πρώτους  Πανελλήνιους αγώνες για την επιλογή αθλητών για τους Ολυμπιακούς έδωσε ερεθίσματα σε φιλάθλους ή οργανωμένα σύνολα να προσφέρουν ποικιλοτρόπως στον Αθλητισμό.

            Η  Σχολική  Επιτροπή  του  Παγκυπρίου  με  πρόεδρο  τον  Αρχιεπίσκοπο  Κύπρου Σωφρόνιο  λόγου  χάριν  θα  πάρει  στις  6/18  Ιουλίου  1896  την  απόφαση:  “να  ιδρυθή  Γυμναστήριον  εν  τω  κήπω  του  κτιρίου  των  Ελληνικών  Σχολείων  της  πόλεως  τω  κειμένω  απέναντι  της  Αρχιεπισκοπής,  δαπάνη  του  ταμείου  του  Γυμνασίου,  όπερ  να  χρησιμεύει  δια  τι  τους  εν  τω  Γυμνασίω  τω  Ελληνικώ  Σχολείω  και  τω  Παιδαγωγικώ  τμήματι  φοιτώντας  παίδας. Προς  τον  σκοπό  τούτον  η  των  Σχολείων  της  Πόλεως  Επιτροπή  επιτρέπει  εις  την  του  Γυμνασίου  επιτροπήν  ν’ αποκόψη  εκ  του κήπου  όσα  δένδρα  ήθελε  θεωρηθεί  αναγκαίον[23].

Η  απόφαση  για  την  ίδρυση  του  Γυμναστηρίου  συνάδει  απόλυτα  με  το  πνεύμα  της  εποχής  όπου  ο  Ολυμπιακός  αναβρασμός  αλλά  και  ο  άμεσος  αντίκτυπος  των  αγώνων  είχαν  επηρεάσει  πάρα  πολύ  τον  Κυπριακό  πληθυσμό  έτσι,  ώστε  άρχισαν: “...να  συνιστώνται  εις  πολλά  μέρη  της  νήσου  Γυμναστήρια  και  Γυμναστικοί  Σύλλογοι  εις  τας  μεγαλυτέρας  πόλεις  αυτής[24].

Ένα χρόνο αργότερα η Διευθύντρια (1878-1913) του  Ανώτερου  Παρθεναγωγείου Λεμεσού Πολυξένη Λοϊζιάδα, η οποία δίδαξε αδιαλείπτως επί σαράντα συναπτά έτη και έχει συνεισφέρει πολλαπλώς στην παιδεία του τόπου, ιδρύει το πρώτο γυναικείο  Γυμναστήριο[25] στη Λεμεσό.

 

Η  ΘΕΣΗ  ΤΟΥ  ΚΑΘΗΓΗΤΗ  ΦΥΣΙΚΗΣ  ΑΓΩΓΗΣ

Σύμφωνα  με  τα  πρακτικά[26]  συνεδριάσεων  της  Σχολικής  Επιτροπής (1896), για  να  προσληφθεί ένας καθηγητής  Γυμναστικής  έπρεπε  να  είναι  σε  θέση: α) να  οργανώσει και  να  διευθύνει δημόσιο γυμναστήριο και να διδάσκει τους  προσερχόμενους  σ’ αυτό, β) να  μπορεί  επίσης  να  διδάσκει  συγχρόνως  στον  ανώτερο  και  τον  κατώτερο  κύκλο, τόσο  στα  αγόρια  όσο  και  στα  κορίτσια. Επειδή δε, επρόκειτο  να  διδάξει  και  στα  κορίτσια  του  Παρθεναγωγείου, η επιλογή έπρεπε  να  γίνει με τρόπο επιλεκτικό και προσεχτικό ώστε να βρεθεί ο κατάλληλος για τη θέση, γ) να  έχει  και  γνώσεις  τεχνικών  μαθημάτων, δ) να  απέχει  από  κάθε  κομματική ανάμειξη, όπως εξάλλου και οι άλλοι  καθηγητές.

Είναι  υπό  αυτούς  τους  όρους  που  θα  προσληφθεί  ένα  μήνα  περίπου  αργότερα, στις 27 Αυγούστου 1896 ο Νικόλαος Κοσυφάκης, “διδάσκαλος  της  Γυμναστικής  και  των  Τεχνικών  μαθημάτων........άνδραν  καταλληλότατον  και  εμπειρότατον  εις  τα  μαθήματα  ταύτα”.[27]

            Ελήφθη  μάλιστα  όπως  είδαμε  πριν  η  απόφαση  να  ιδρυθεί  και  να  κτιστεί  εντός  δύο  ετών  Γυμναστήριο  στον  κήπο  του  Ελληνικού  Σχολείου  της  πόλης  το  οποίο  “να  χρησιμεύη  δια  τι  τους  εν  τω  Γυμνασίω  τω  Ελληνικώ  Σχολείω  και τω  παιδαγωγικώ  τμήματι  φοιτούντας  παίδας[28]

            Η  έκφραση  “να  χρησιμεύη διά  τι”  δείχνει  ότι  η  επιτροπή  αδυνατούσε  να  αντιληφθεί  την  αναγκαιότητα  του  χώρου  και  το  πόσο  μπορούσε  ένα  Γυμναστήριο  να  καλύψει  τις  ανάγκες  του  μαθήματος,  αλλά  και  το  πόσο  χρήσιμη  ήταν  η  ίδια  η  άσκηση  για  την  σωστή  ανάπτυξη  των  παιδιών.

            Ωστόσο οι  ευθύνες και τα καθήκοντα του  καθηγητή  Φυσικής Αγωγής  θα  προσαρμόζονται, δυστυχώς,  ανάλογα με  τις στενές κοινωνικές  αντιλήψεις και προκαταλήψεις της  εποχής. Δύο  χρόνια  αργότερα  θα  πρέπει  να  συνοδεύει  μόνιμα  τους  μαθητές  στην  εκκλησία  μαζί  με  τον  Γυμνασιάρχη,  τον  παιδονόμο  και  ένα  καθηγητή  άλλης  ειδικότητας, οι  άλλοι  καθηγητές όμως  εκ  περιτροπής, κάθε  Κυριακή  και  εορτή. Αυτό  αποτελεί  ένα  ακόμα  στοιχείο  το  οποίο  αποδεικνύει  την  αντίληψη για  την  αξία  του  μαθήματος  και  τη  θέση  του  Γυμναστή  στην  όλη  σχολική  φιλοσοφία.

Στο πρόγραμμα του 1899(12 Οκτ.)του Παγκυπρίου Γυμνασίου Λάρνακας ,ο Πολύβιος Κωνσταντινίδης καλείται να διδάξει την Γυμναστικήν όλων των τάξεων αλλά και τα Ελληνικά της Β΄,την Ιστορίαν την Α΄,Δ΄,καιΒ΄και τα Θρησκευτικά της Γ΄[29].

Η εξέλιξη, κάποια χρόνια αργότερα,  θα είναι αποθαρρυντική  αφού  θα  συνδεθεί  η  εργασία  του  καθηγητή Φυσικής Αγωγής  με  την  παιδονομία. Μάλιστα,  το  1929  θα  προσληφθούν  2  βοηθοί  Γυμναστές για  10  ώρες αντί  30, υπό  τον  όρο “όπως  εκτελώσι  κυρίως (τις  υπόλοιπες  δηλ. ώρες) παιδονομικά  καθήκοντα”.

            Τρία  χρόνια μετά(1929) φαίνεται  να  υπάρχουν,  σύμφωνα  με  τα  πρακτικά[30],  δύο  τάσεις  στη  σχολική  επιτροπή  η  οποία  προσλάμβανε  τους  καθηγητές  για  το  σχολείο. Η μία  ομάδα (ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, ο Πιερίδης, ο Καλαβρός, ο Κλυτίδης  και ο Κληρίδης)  υποστήριζε ότι  χρειάζεται  να  προσληφθούν  3  Γυμναστικοί  και  οι  48  ώρες  που  χρειάζεται  το  σχολείο  να  μοιραστούν  ανά  16  στον  καθένα. Αιτιολογικό  το  ότι: “όλαι  αι  ώραι  της  διδασκαλίας  δεν  είναι  κατάλληλοι  δια  την  διδασκαλία  της  Γυμναστικής  κι’ αν  δοθώσι  περισσότεροι  των  16  ωρών  εις  ένα  καθηγητήν  τούτο  θα  γονή  εις  βάρος  της  διδασκαλίας  επιστημονικών  μαθημάτων”, κι’  ακόμα  ότι  οι  τρεις  υποψήφιοι  γυμναστές  ήσαν υπότροφοι της Σχολικής  Επιτροπής. Αντίθετα  η  άλλη  ομάδα (ο Δέρβης, ο Πελίδης, ο Χρυσαφίνης)  υποστήριζε ότι  αν  διοριστούν  τρεις  Γυμναστικοί  τούτο  θα  είναι  σκάνδαλον  “το  Γυμνάσιον  δεν  επέχει  θέσιν  ούτε  πρυτανείου  ούτε  πτωχοκομείου”  και ότι δύο θα ήσαν αρκετοί. Τελικά θα  προσληφθούν  και  οι τρεις “Γυμναστικοί” “με  παιδονομικά  καθήκοντα,  επιστασίαν  και  γραφικήν  εργασίαν”.

Βλέπουμε ότι η πλειοψηφία  της  Επιτροπής  σε  μια  προσπάθεια να προσλάβει  πολλούς  και  να  ικανοποιήσει  όλους  τους αιτητές, προβάλλει  το  “επιστημονικό  του  μαθήματος”  αλλά  παράλληλα  υποβιβάζει  τους  “επιστήμονες”  σε  παιδονόμους,  επιστάτες  και  γραμματείς. Το  ίδιο  σχήμα  θα  ισχύσει  και  την  επόμενη[31]  και  μεθεπόμενη[32]  χρονιά  και  ευθύνες των τριών  “Γυμναστικών” πέραν  του  μαθήματος θα είναι και εσωτερική  και εξωτερική παιδονομία, γραμματεία και επιτήρηση στις  εξετάσεις.

Στο Παγκύπριο Γυμνάσιο της Λάρνακας το οποίο λειτούργησε το 1893, διαπιστώνουμε απ’ τα πρακτικά του σχολείου της 12ης Οκτωβρίου 1899, ότι το μάθημα της Γυμναστικής το είχε αναλάβει ο δάσκαλος Πολύβιος Ι. Κωνσταντινίδης ο οποίος ταυτόχρονα δίδασκε τα Ελληνικά της Β΄ τάξης, την Ιστορία των Α΄, Β΄ και Δ΄ τάξεων, την Φυσική της Β΄, την Γεωγραφία της Β΄ και τα Θρησκευτικά της Γ΄ καθώς και την Γυμναστική όλων των τάξεων.[33]

            Οι  παιδονόμοι  επιτηρούσαν  τους  μαθητές  κατά  τα  διαλείμματα  στο  χώρο  του  σχολείου  και  έλεγχαν κυκλοφορώντας  με ποδήλατα  στους δρόμους  της  πόλης  το  απόγευμα  την  συμπεριφορά[34]  των  μαθητών,  την  τήρηση  της  μαθητικής  στολής  και  του  πηλικίου  αλλά  και  επιτηρούσαν  κατά  την  δύση  του  ήλιου  την  παραμονή  των  μαθητών στα  σπίτια  τους! Τα  παραπτώματα  βέβαια  ήσαν  πολλά  και  διάφορα  αλλά  αξίζει  να  σημειώσουμε  εδώ  ότι  υπήρξαν  και  πολυήμερες  τιμωρίες  μαθητών  επειδή  έπαιξαν  ποδόσφαιρο  ή  διότι  σε  ώρα  μαθήματος  κατήρτιζαν  ποδοσφαιρικές  ομάδες[35].

Ο  θεσμός  του  παιδονόμου  υπήρχε  στο  Ελληνικό  εκπαιδευτικό  σύστημα  ήδη  από  τη  δεκαετία  του  1850,  απ’ όπου  αντεγράφη  και  μεταφέρθηκε  στην  Κύπρο. Η αυστηρότητα του  θεσμού  ερμηνεύεται  με  βάση  την αυστηρότητα  των  Κυπριακών  ηθών  προσυπολογίζοντας  την  ξένη  κατοχή  και  τα  κοινωνικά  δεδομένα  της  εποχής. Επιδέχεται  πάντως  περισσότερο  προβληματισμό  και  έρευνα  το  γεγονός  ότι  τα  καθήκοντα  του  Γυμναστή  ταυτίστηκαν με  αυτά  του  παιδονόμου,  του  επιστάτη  και  του  γραμματέα  στο  πρώτο  Γυμνάσιο  που  λειτούργησε  στην  Κύπρο. Θα  πρέπει  επίσης  να  υπογραμμίσουμε εδώ  ότι  αυτό  το  φαινόμενο  αποτέλεσε  κακό  παράδειγμα  για  την  λειτουργία  των  σχολείων  Μέσης  Εκπαιδεύσεως  που  θα  ιδρυθούν  λίγο  αργότερα  σε  όλο  το  νησί,  επηρεάζοντας  βαθιά  τη  νοοτροπία  των  καθηγητικών  συλλόγων,  των  Διευθυντών  αλλά  και  του  Υπουργείου  Παιδείας  όσον  αφορά  τις  απαιτήσεις  και  τις  προσδοκίες  από  τους  διδάσκοντες  του  μαθήματος  της  “Γυμναστικής”.

         Είναι  σχεδόν  σίγουρο  ότι  η  παλιά  νοοτροπία  που  ήθελε  το  Γυμναστή  να  είναι  λίγο  παιδονόμος,  λίγο  επιστάτης,  λίγο... απ’ όλα, κάπου εξακολουθεί  σήμερα,  αμυδρά βέβαια, να  βαραίνει  το  εκπαιδευτικό  έργο του  επιστήμονα καθηγητή της Φυσικής  Αγωγής  και  δεν  γνωρίζουμε  πόσος  καιρός  θα  χρειαστεί  ακόμα  για  να  απαλλαγεί από  την  κοινωνική  αυτή νοοτροπία του άμεσου  περίγυρου στην  Κύπρο.

 

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

1.  Λοίζου Φιλίππου, «Τα Ελληνικά γράμματα εν Κύπρω κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας», τόμος Α ,Λευκωσία 1930,σ.170

2.  όπου παραπάνω, σ.175

3.  ο.π.,σ180

4.  ο.π.σ.164

5.  Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια.(1986) . λήμμα Εκπαίδευση, τομ.5, εκδ. Φιλόκυπρος, Λευκωσία, σ. 25.

6.  Αλέξης Δημαράς «Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε» 1821-1894 ,Α΄ τόμος, 1990 ,σ.170,

7.  ο.π.,σ.191

 8.  ο.π.,σ228

 9.  Βλέπε Δημήτρης Λουλές “Το Ελληνικό Προξενείο και η Ελλαδική παρουσία στην Κύπρο κατά την Οθωμανική περίοδο (1836-1863). Πρακτικά Συμποσίου Κυπριακής Ιστορίας, Ιωάννινα, 1984, σ.130.

και Ελένη Μπελιά “Ελληνικά Προξενεία εις την Τουρκοκρατούμενη Κύπρο (1836-1878). Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Κυπρολογικού Συμποσίου, Λευκωσία 1975, σ.254 όπου παραπομπή στα ΑΕΥ/ΚΥ/37/12 αρ 39, 14/1/1856.

10. Εφημερίδα Ήλιος, 1 Δεκ. 1856, σ.3. Για τη σύσταση ενδιαφέρθηκαν (Λευκωσία) οι Ιωάννης Γεωργιάδης, Γεώργιος Γλυκύς, (Λάρνακα) Παύλος και Αντώνης Βοντιτσιάνος, Παύλος Βαλσαμάκης, (Λεμεσός) Ιωάννης Ιωαννίδης, αδελφοί Φραγκούδη, Ονησίφορος Φραγκούδης κ.α.

11. Λοϊζου Φιλίππου τα “Ελληνικά Γράμματα εν  Κύπρω κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας 1571-1878”, τόμος Α, 1930 Λευκωσία, σ.100.

12.  Εφημερίδες Ευαγόρας, Αλήθεια, Φωνή της Κύπρου.

13.  Αλήθεια 388, 1888

14.  Σάλπιγξ, 1889, αρ.232

15.  Φωνή της Κύπρου, 9/21 Δεκεμβρίου 1889. Για παράδειγμα στην Νεάπολη Κρήτης το 1884, στην Αλεξάνδρεια το 1889.

16. Από  το 1893 ονομαζόταν Γυμνάσιο Λευκωσίας. Από το 1896 επί Γυμνασιαρχίας Βολωνάκη μετονομάσθηκε σε Παγκύπριο Γυμνάσιο.

17. Στην ελεύθερη Ελλάδα είχε θεσπιστεί ως μάθημα στο σχολείο το 1862 (8.12.1862) (Αλέξη Δημαρά “Η Μεταρρύθμιση που δεν έγινε”, Α΄ τόμος, σ.171, Αθήνα 1990) ενώ εισήχθη το 1864 εκτός του ωρολογίου προγράμματος: “εν ώραις εν αις δεν διδάσκονται άλλα μαθήματα” (ο.π. σ.191).

18.  Παπαδοπούλου Θεοδώρου (επιμέλεια) Κώδιξ Σχολείων Λευκωσίας, εγγρ. 424, Λευκωσία 15/27 Ιουνίου επιστολή επιτροπής προς Ιωάννην Φωκιανόν σ.405, Λευκωσία, 1991.

 19.  Ο.π.

20. Αρχείο Παγκυπρίου Γυμνασίου Λευκωσίας (Π.Γ.Λ.) Πρακτικά Σχολ. Επιτροπής 1893-99, 10 Ιουν. 1895 σ.157 επιστολή Φωκιανού προς Αρχ. Κύπρου Σωφρόνιον.

21.  Αρχείο Π.Γ.Λ. Πρακτικά Σχολ. Επιτροπής  ημερομ. 10 Ιουν. 1895, σ.157. 

22 .  Αρχείο Π.Γ.Λ. Λευκωσία.  23   Αυγ. 1895.

23.  Αρχείο Π.Γ.Λ. Πρακτικά Σχολικής Επιτροπής, 1893-99. Ημερομ. 6/18 Ιουλίου 1896.

24.  Εφημερίδα Αλήθεια αρ.793, 17/29 Μαΐου 1896, Λεμεσός.

25 .  Λαϊκό Πανεπιστήμιο, Τομ.2 (Λευκωσία) σ.σ.303-304.

26.  Αρχείο Π.Γ.Λ. Πρακτικά Σχολικής Επιτροπής, σ.165, 5/17 Ιουλίου 1896.

27.  Αρχείο Π.Γ.Λ. ο.π. πρακτικό 27 Αυγ.1896 ως υποσημείωση στη σελ.178.

28.  Αρχείο Π.Γ.Λ. ο.π. πρακτικό 6/18 Ιουλ. 1896.

29   Αρχείο Παγκυπρίου Λυκείου Λάρνακας ,Πρακτικό συνεδριάσεων, 1899, πράξη 12 Οκτωβρίου

30.  Αρχείο Π.Γ.Λ. πρακτικό Σχολικής Εφορείας 1926-35,   1932  σ.171.

31.  Αρχείο Π.Γ.Λ. Πρακτικά Σχολικής Εφορίας 1926-35, σ.22, 9.7.1933.

32.  ο.π. ημερ. 9/7/1935.

33.  Αρχείο Παγκυπρίου Λυκείου Λάρνακας ,Πρακτικό συνεδριάσεων, 1899, συνεδρία 10η,σ.4

34.  Ως τέτοια συμπεριφορά εθεωρείτο το να μη φορούν ή να φορούν στραβά το πηλίκιο , ότι κατά τις διακοπές των Χριστουγέννων δεν έφεραν την μαθητική στολή, ότι παρακολουθούσαν χωρίς άδεια του Διευθυντού κινηματογραφική ταινία, ότι μέθυσε σε γάμο, χαρτόπαιζε σε καφενείο ή παρακολουθούσε χαρτοπαίγνιο, έκλεπτε αμύγδαλα από κήπον, ενοχλούσε με απρεπείς φράσεις στα λεωφορεία κορίτσια. Αλλά και διότι εθεάθη να κάθεται σε καφενείο μαζί με τους γονείς του!

35.  α) “Το Π.Σ....τιμωρεί  τους (5 ονόματα) με αποβολή μιας ημέρας έκαστον διότι εφωράθησαν παίζοντες ποδόσφαιρον, παρά την απαγόρευσιν της παιδίας ταύτης υπό των κανονισμών”. (Πρακτικά Σχολικής Επιτροπής 22 Φεβρουαρίου 1935)

    β) “Το Π.Σ. τιμωρεί τους (τρία ονόματα) με διήμερον αποβολήν έκαστον διότι κατά την παράδοσιν των φυσικών κατήρτιζον ποδοσφαιρικάς ομάδας, καθ’ α δε ωμολόγησαν οι ίδιοι, παίζουν ποδόσφαιρον. (Πρακτικά Σχολικής Επιτροπής 5 Μαρτίου 1935).